Νέα ευρωπαϊκή μελέτη αποτυπώνει το οικονομικό και υγειονομικό αποτύπωμα του αυξημένου ΔΜΣ – Στο 1,4% του ελληνικού ΑΕΠ η ετήσια επιβάρυνση
Το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία δεν αποτελούν μόνο μια σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία, αλλά έχουν και μεγάλο οικονομικό αποτύπωμα. Στην Ελλάδα, η ετήσια επιβάρυνση υπολογίζεται σε 3,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,4% του ΑΕΠ ή περίπου 328 ευρώ ανά κάτοικο.
Τα στοιχεία προκύπτουν από νέα έκθεση του Office of Health Economics (OHE), η οποία εκπονήθηκε με την υποστήριξη της EFPIA και εξετάζει το οικονομικό βάρος του υπερβολικού βάρους και της παχυσαρκίας σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: Ελλάδα, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Πάνω από το μισό του πληθυσμού στην Ευρώπη
Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 56% του ευρωπαϊκού πληθυσμού είναι υπέρβαροι ή ζουν με παχυσαρκία, ενώ το πρόβλημα αφορά και τις μικρότερες ηλικίες, καθώς περίπου ένα στα τρία παιδιά βρίσκεται σε μία από τις δύο αυτές κατηγορίες.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις δαπάνες υγείας. Το αυξημένο σωματικό βάρος συνδέεται με απώλειες παραγωγικότητας, απουσίες από την εργασία, οικονομική αδράνεια, πρόωρους θανάτους, αλλά και με τον χρόνο που απαιτείται για τη φροντίδα ανθρώπων με προβλήματα υγείας.
Στις χώρες που εξετάστηκαν, το έμμεσο κόστος αντιστοιχεί σε ποσοστό από 18% έως 58% του συνολικού οικονομικού βάρους, ανάλογα με τη χώρα.
Τα 2,3 δισ. ευρώ του άμεσου κόστους στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής επιβάρυνσης αφορά το άμεσο κόστος υγείας, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 2,3 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 68% του συνολικού κόστους.
Σημαντικότεροι παράγοντες είναι:
-
Διαβήτης τύπου 2: 0,9 δισ. ευρώ
-
Μυοσκελετικές παθήσεις: 0,4 δισ. ευρώ
-
Καρδιαγγειακά νοσήματα: 0,2 δισ. ευρώ
Το υπόλοιπο, περίπου 1,1 δισ. ευρώ, αφορά έμμεσες οικονομικές απώλειες.
Σε αυτές περιλαμβάνονται περίπου 300 εκατ. ευρώ από απουσίες από την εργασία, άλλα 300 εκατ. ευρώ από μειωμένη παραγωγικότητα, ενώ περίπου 200 εκατ. ευρώ αποδίδονται στον χρόνο και τους πόρους που απαιτούνται για τη φροντίδα ασθενών. Η οικονομική αδράνεια και η πρόωρη θνησιμότητα προσθέτουν ακόμη περίπου 100 εκατ. ευρώ η καθεμία.
Οι επιπτώσεις στην υγεία
Η έκθεση καταγράφει τη στενή σύνδεση του αυξημένου ΔΜΣ με μια σειρά χρόνιων παθήσεων. Μεταξύ άλλων, αποδίδει στον αυξημένο ΔΜΣ σημαντικό μέρος των απωλειών υγείας που συνδέονται με τον διαβήτη τύπου 2, τις πεπτικές παθήσεις και τη χρόνια νεφρική νόσο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σχέση με τον διαβήτη τύπου 2, καθώς σχεδόν 60% των απωλειών υγείας που συνδέονται με τον αυξημένο ΔΜΣ αποδίδονται στη συγκεκριμένη νόσο.
Δισεκατομμύρια ευρώ το κόστος και στις υπόλοιπες χώρες
Η οικονομική επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα υψηλή και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Στη Γερμανία το συνολικό ετήσιο κόστος υπολογίζεται σε 55,2 δισ. ευρώ, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο φτάνει τα 43,2 δισ. ευρώ. Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία καταγράφουν επιβάρυνση περίπου 20 δισ. ευρώ η καθεμία.
Ακόμη και στη Ρουμανία, με μικρότερη οικονομία, το ετήσιο κόστος ανέρχεται σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Συνολικά, το κόστος που συνδέεται με το αυξημένο σωματικό βάρος εκτιμάται μεταξύ 0,6% και 1,4% του ΑΕΠ στις οκτώ χώρες που εξετάζει η μελέτη.
Η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση στο επίκεντρο
Η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης θα μπορούσε να περιοριστεί μέσω αποτελεσματικότερης πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και καλύτερης αντιμετώπισης των σχετιζόμενων παθήσεων.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη αντιμετώπισης της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου, βελτίωσης της πρόσβασης στην πρόληψη και τη θεραπεία και περιορισμού του κοινωνικού στιγματισμού.
Οι συντάκτες της έκθεσης προτείνουν επίσης την καλύτερη ενσωμάτωση των οικονομικών επιπτώσεων της παχυσαρκίας στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών υγείας, καθώς και τη σύνδεση των δράσεων για την παχυσαρκία με τις ευρωπαϊκές πολιτικές για τον διαβήτη και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Όπως δήλωσε η Γενική Διευθύντρια της EFPIA, Nathalie Moll, η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας συνδέεται όχι μόνο με την προστασία της υγείας και της ευημερίας των πολιτών, αλλά και με τη βιωσιμότητα των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας και της οικονομίας.

