Το Εφετείο Αθηνών διατήρησε τη συνεπιμέλεια και την εναλλασσόμενη κατοικία των δύο ανήλικων παιδιών, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση
Στη διατήρηση του καθεστώτος συνεπιμέλειας των δύο ανήλικων παιδιών της Όλγας Κεφαλογιάννη και του Μίνου Μάτσα οδηγεί η απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η υπουργός Τουρισμού, ζητώντας την αποκλειστική επιμέλειά τους.
Με την υπ’ αριθμ. 4793/2026 απόφασή του, το δικαστήριο απέρριψε επί της ουσίας τα δύο αιτήματα που περιλαμβάνονταν στην έφεση, διατηρώντας την πρωτόδικη κρίση για την από κοινού άσκηση της επιμέλειας και την εναλλασσόμενη διαμονή των παιδιών στις κατοικίες των δύο γονέων.
Η υπόθεση είχε συζητηθεί στο Εφετείο τον Μάρτιο του 2026 και, πέρα από το ζήτημα της επιμέλειας, αφορούσε και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ως προς τους λόγους λύσης του γάμου.
Συνεπιμέλεια και εναλλασσόμενη κατοικία
Με τη νέα απόφαση παραμένει σε ισχύ η υπ’ αριθμ. 2226/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2025.
Βάσει της πρωτόδικης κρίσης, η επιμέλεια των δύο ανήλικων παιδιών ασκείται από κοινού από την Όλγα Κεφαλογιάννη και τον Μίνο Μάτσα, ενώ προβλέπεται ισόχρονη διαμονή τους στις κατοικίες και των δύο γονέων.
Η απόφαση του Εφετείου διατηρεί, επομένως, το υφιστάμενο πλαίσιο, χωρίς να γίνεται δεκτό το αίτημα της υπουργού Τουρισμού για αποκλειστική επιμέλεια.
Κριτήριο το συμφέρον των παιδιών
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, όπως αυτό περιγράφεται, βασικό κριτήριο για την κρίση του Εφετείου αποτέλεσε το συμφέρον των ανηλίκων και η ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, διατηρείται η συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και την καθημερινότητα των παιδιών, καθώς και η εναλλαγή της διαμονής τους μεταξύ των δύο κατοικιών.
Η απόφαση διατηρεί το καθεστώς που είχε οριστεί πρωτοδίκως, απορρίπτοντας την έφεση ως προς τα αιτήματα που αφορούσαν την αλλαγή της υφιστάμενης ρύθμισης.
Οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, από τον Σεπτέμβριο του 2024 οι δικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, τόσο στο πλαίσιο των ασφαλιστικών μέτρων όσο και επί των αγωγών, κατέληγαν στην από κοινού άσκηση της επιμέλειας από τους δύο γονείς.
Με τις αποφάσεις αυτές είχε απορριφθεί επανειλημμένα το αίτημα της Όλγας Κεφαλογιάννη για την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας σε εκείνη. Η απόφαση του Εφετείου έρχεται να διατηρήσει το υφιστάμενο πλαίσιο, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της συνεπιμέλειας με εναλλασσόμενη κατοικία.
Η επικοινωνία των δικαστών με τα παιδιά και το συμφέρον τους
Στα στοιχεία που συνεκτιμήθηκαν περιλαμβάνεται και η προσωπική επικοινωνία του δικαστηρίου με τα δύο παιδιά, η οποία πραγματοποιήθηκε έπειτα από σχετικό αίτημα που είχε υποβληθεί από την Όλγα Κεφαλογιάννη.
Όπως αναφέρεται στην περιγραφή της δικαστικής κρίσης, τα παιδιά παρουσιάστηκαν ως ήρεμα, ευτυχισμένα και ψυχολογικά ισορροπημένα. Η διαπίστωση αυτή συνεκτιμήθηκε στο πλαίσιο της αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντός τους και της ανάγκης να διατηρήσουν ουσιαστικούς δεσμούς και με τους δύο γονείς.
Παράλληλα, το δικαστήριο φέρεται να έλαβε υπόψη τους δεσμούς των παιδιών με καθέναν από τους γονείς τους, τη μικρή απόσταση μεταξύ των δύο κατοικιών, αλλά και την επικοινωνία της Όλγας Κεφαλογιάννη με τον Μίνω Μάτσα για ζητήματα που αφορούν τα ανήλικα τέκνα τους, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, χαρακτηρίζεται ως άριστη σε αυτό το πεδίο.
Το σκεπτικό για τη συνεπιμέλεια
Κεντρικό στοιχείο της δικαστικής κρίσης αποτελεί η παραδοχή ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη τόσο τη μητρική όσο και την πατρική φροντίδα, καθώς και την ενεργή συμμετοχή και των δύο γονέων στην καθημερινότητά τους.
Η διατήρηση της συνεπιμέλειας με εναλλασσόμενη κατοικία συνδέεται, σύμφωνα με το σκεπτικό που περιγράφεται, με τις συγκεκριμένες συνθήκες της οικογένειας, τις ανάγκες των παιδιών και τη δυνατότητα ουσιαστικής παρουσίας και των δύο γονέων στη ζωή τους.
Η απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποτελεί την πιο πρόσφατη εξέλιξη στη δικαστική διαμάχη για την επιμέλεια των παιδιών της Όλγας Κεφαλογιάννη και του Μίνω Μάτσα, διατηρώντας το καθεστώς που είχε οριστεί πρωτοδίκως τον Νοέμβριο του 2025.

