Σύμμαχοι των ΗΠΑ απορρίπτουν στρατιωτική εμπλοκή – Κριτική για τη στάση της Ουάσιγκτον και τα όρια του NATO
Έντονες αντιδράσεις προκαλεί σε διεθνές επίπεδο η απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ για αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στα Στενά του Ορμούζ, με συμμάχους των ΗΠΑ να εμφανίζονται απρόθυμοι να συνδράμουν στην επιχείρηση αποκατάστασης της ναυσιπλοΐας.
Παρά τις αναφορές του Αμερικανού προέδρου ότι ορισμένες χώρες εμφανίστηκαν θετικές, η γενικότερη εικόνα είναι αυτή της επιφυλακτικότητας έως και της ανοιχτής άρνησης. Ενδεικτική είναι η στάση της Βρετανίας και της Γερμανίας, που απέρριψαν την προοπτική αποστολής δυνάμεων του NATO στην περιοχή, ενώ ανάλογη θέση υιοθέτησαν η Ιαπωνία και η Αυστραλία.
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ Φίλιπ Γκόρντον χαρακτήρισε την απαίτηση «αληθινά απίστευτη», εκτιμώντας ότι η στάση των συμμάχων αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της πολιτικής που έχει ακολουθήσει ο Τραμπ το τελευταίο διάστημα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Έρουαν Λαγκαντέκ υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τη σύγκρουση χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους συμμάχους τους, γεγονός που καθιστά ακόμη δυσκολότερη την εξασφάλιση στήριξης εκ των υστέρων.
Έντονη ήταν και η αντίδραση του πρώην πρέσβη της Γαλλίας στις ΗΠΑ Ζεράρ Αρό, ο οποίος έκανε λόγο για «αλαζονεία» και «ξετσιπωσιά» εκ μέρους της Ουάσιγκτον.
Την ίδια ώρα, η Λιάνα Φιξ εκτίμησε ότι, αν και ορισμένοι σύμμαχοι ενδέχεται να προχωρήσουν σε περιορισμένης κλίμακας υποστήριξη, όπως σε επίπεδο επιμελητείας, δύσκολα θα αλλάξουν ουσιαστικά στάση.
Πέρα από την πολιτική διάσταση, επισημαίνονται και πρακτικοί περιορισμοί, καθώς –όπως τονίζεται– το NATO δεν διαθέτει απεριόριστες ναυτικές δυνατότητες, ενώ μέρος του εξοπλισμού που έχει ήδη δεσμευτεί από ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιείται σε άλλα μέτωπα.
Οι ευρωπαϊκές επιφυλάξεις, σύμφωνα με αναλυτές, δεν σχετίζονται μόνο με τη ρητορική του Τραμπ απέναντι στους συμμάχους, αλλά και με τον φόβο περαιτέρω κλιμάκωσης, καθώς και με το κόστος μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής εμπλοκής.

