Δύο νέες βίντεο από τρεις διαφορετικές κάμερες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, καταγράφοντας με ανατριχιαστική λεπτομέρεια κάθε στιγμή του φονικού τροχαίου που κόστισε τη ζωή στον γιο του 54χρονου Κώστα Παρασύρη. Το γεγονός αυτό προκάλεσε σειρά δραματικών εξελίξεων που ακολούθησαν.
Η αδελφή του αδικοχαμένου Νικήτα, με συγκλονιστικές δηλώσεις, αναφέρει ότι «γνωρίζουμε από γνωστούς ότι ο Κώστας Παρασύρης είχε τσιλιαδόρους από την οικογένειά του» ενώ αναφέρεται στη δολοφονία του 21χρονου. Στα πλάνα που έχουν δημοσιοποιηθεί, διαφαίνονται οι εικόνες που στοιχειώνουν τον Κώστα Παρασύρη από το 2023. Ο 54χρονος δεν μπόρεσε να συγχωρέσει τον φίλο του γιου του, Νικήτα, που οδηγούσε τη μοιραία νύχτα, γεγονός που οδήγησε στην τραγική κατάληξη με έξι σφαίρες.
Συγκεκριμένα, γύρω στις 02:00 τα ξημερώματα, ο Νικήτας Γεμιστός, ο οποίος είχε αποκτήσει δίπλωμα οδήγησης μόλις 20 ημέρες πριν, οδηγούσε ένα αυτοκίνητο που δεν του ανήκε, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Live News. Στο σημείο του τροχαίου, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα/ώρα, ενώ οι ειδικοί που ανέλαβαν την εξέταση του περιστατικού διαπίστωσαν ότι το αμάξι αναπτύχθηκε ταχύτητα 90 χιλιομέτρων/ώρα.
Η σύγκρουση με μια κολώνα ήταν τόσο εντυπωσιακή ώστε το αυτοκίνητο «διπλώνει» την κολώνα εκείνη, μόλις στο σημείο όπου καθόταν ο γιος του Παρασύρη. Οι εκτιμήσεις για την ταχύτητα κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης υποδεικνύουν ότι ήταν περίπου 60 χιλιόμετρα/ώρα. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ακολουθούσε πίσω με άλλο όχημα, αφού είχε παραχωρήσει το αυτοκίνητό του στον Νικήτα, καθώς εκείνος είχε καταναλώσει αλκοόλ και δεν μπορούσε να οδηγήσει. Στο όχημα που ακολουθούσε επέβαινε και η αδελφή του Νικήτα, η οποία ήταν και η πρώτη που έφτασε στο σημείο της τραγωδίας. Μόλις είδε τον αδελφό της και τον φίλο του, έπεσε στα γόνατα και φώναξε απεγνωσμένα.
Σύντομα, το σημείο του ατυχήματος γέμισε με κόσμο, ενώ πυροσβεστική, ασθενοφόρα και περιπολικά έφτασαν για τον απεγκλωβισμό των δύο νεαρών, οι οποίοι φορούσαν ζώνες ασφαλείας. Μετά τη διάσωση, οι δύο οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο, όπου ο Νικήτας νοσηλεύτηκε για μέρες, αλλά τελικά υπέκυψε στα τραύματά του.
Η αδελφή του Νικήτα δεν δίστασε να καταγγείλει την κατάσταση στην Αστυνομία, υποστηρίζοντας ότι η οικογένειά της υπήρξε θύμα ενός αφόρητου πνεύματος τρόμου για τρία χρόνια. Η ίδια η Ελεάννα, θυμάται με αγανάκτηση τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της κηδείας του αδελφού της, όταν επιτέθηκε σε αστυνομικούς που βρίσκονταν εκεί.
«Περνούσε από το σπίτι μας και από τη δουλειά του αδελφού μου. Η μητέρα μου πήγε στην Αστυνομία, αλλά της είπαν ότι την επόμενη φορά θα έπρεπε να υποβάλει μήνυση. Μια μέρα, ενώ ήμουν στη δουλειά, η αδελφή μου μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι χάθηκε το στίγμα του μικρού, ενώ μιλούσε με την κοπέλα του. Έτσι, τρέξαμε πανικόβλητοι στο αστυνομικό τμήμα», είπε η νεαρή κοπέλα, περιγράφοντας την αγωνία τους.
Καθώς η κατάσταση κλιμακωνόταν, η Ελεάννα περιέγραψε τη σφοδρότητα της απάντησης που δέχτηκαν από τις αρχές. «Ο αδελφός μου ανακρινόταν για δύο ώρες και όταν ρωτήσαμε γιατί δεν έκαναν κάτι για να τον προστατεύσουν, μας ειρωνεύτηκαν. Οι αστυνομικοί δεν μας αντιμετώπιζαν σοβαρά και όταν φωνάξαμε, μας είπαν να ησυχάσουμε», τόνισε.
Στο μεταξύ, η Ελεάννα επανέφερε την αναφορά της για τους «τσιλιαδόρους» και την κατάσταση που επικρατούσε, ενώ τόνισε ότι δεν ήθελαν ποτέ να αποφύγει ο αδελφός της τις νομικές συνέπειες για το μοιραίο ατύχημα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο πατέρας του Νικήτα έκανε δημόσια έκκληση μέσω του Live News, ζητώντας δικαίωση για την πολύνεκρη αυτή υπόθεση. «Τα χρήματα που προκύψουν από το ατύχημα πρέπει να δοθούν σε κάποιο ίδρυμα, ώστε να μην καταλήξουν σε χέρια που ενδέχεται να προκαλέσουν επιπλέον κακό», δήλωσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για δικαιοσύνη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος είχε παραχωρήσει το προσωπικό του τηλέφωνο στον Νικήτα, αντιλαμβανόμενος την ανησυχία του για την ασφάλειά του. Η εκπρόσωπος τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου, ανέφερε ότι η Αστυνομία είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την ασφάλεια των οικογενειών αυτών.
Η υπόθεση αυτή αποκαλύπτει μια διαρκή και έντονη αναστάτωση, καθώς οι οικογένειες και οι αρχές προσπαθούν να βρουν απαντήσεις σε αυτό το τραγικό περιστατικό που αναστάτωσε την τοπική κοινωνία.

