Ο υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση, καθηγητής Νίκος Παπαϊωάννου, πρώην πρύτανης του ΑΠΘ και υποψήφιος πλέον βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, μιλά στην «P» και τον Νίκο Χιδίρογλου. Και ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει ζήτημα αιφνιδιαστικής κατάργησης των πανελλαδικών εξετάσεων, τονίζοντας ότι αυτό που έχει κάνει η κυβέρνηση είναι να ανοίξει έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο για το εθνικό απολυτήριο και για το πώς μπορεί να αναβαθμιστεί το λύκειο. Τονίζει επίσης ότι η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων δεν υπονομεύει το δημόσιο πανεπιστήμιο, αντιθέτως, διευρύνει τις επιλογές των νέων, ενισχύει την εξωστρέφεια και δημιουργεί ένα πιο ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον.
Όσο για τη Θεσσαλονίκη, επισημαίνει ότι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας είναι «να περάσουμε από τις χαμένες δυνατότητες στις μεγάλες κατακτήσεις και να χτίσουμε μια Θεσσαλονίκη που δεν θα ακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά θα τις διαμορφώνει».
Ως κυβέρνηση ανοίξατε μεν τον διάλογο για το εθνικό απολυτήριο, αλλά η αντιπολίτευση μιλά για κατάργηση των Πανελλαδικών. Θα πρέπει τα πανεπιστήμια να έχουν λόγο στα κριτήρια εισαγωγής των φοιτητών τους;
Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει ζήτημα αιφνιδιαστικής κατάργησης των πανελλαδικών εξετάσεων. Αυτό που έχουμε κάνει είναι να ανοίξουμε έναν ουσιαστικό εθνικό διάλογο για το εθνικό απολυτήριο και για το πώς μπορούμε να αναβαθμίσουμε το λύκειο, ώστε η εκπαιδευτική πορεία των μαθητών να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία και ουσία. Σε αυτή τη συζήτηση δεν υπάρχουν προειλημμένες αποφάσεις. Αντίθετα, εξετάζουμε όλες τις παραμέτρους με ανοιχτό πνεύμα και σε συνεργασία με την εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότητα. Είναι προφανές ότι τα πανεπιστήμια έχουν πολύτιμη γνώση και εμπειρία και η άποψή τους πρέπει να ακουστεί μέσα στον εθνικό διάλογο. Το αν και σε ποιον βαθμό θα έχουν ρόλο στα κριτήρια εισαγωγής είναι ένα ζήτημα που θα μπορούσε να αξιολογηθεί στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι ο στόχος μας: ένα σύστημα πρόσβασης που θα είναι δίκαιο, διαφανές, αξιόπιστο και θα εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους τους μαθητές. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που απαιτεί ευθύνη, τεκμηρίωση και ευρύτερες συναινέσεις, γιατί αφορά το μέλλον της νέας γενιάς και της ίδιας της εκπαίδευσης στη χώρα μας.
Τι πρέπει να αλλάξει στην Παιδεία την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης; Θα μπορέσει η Πολιτεία διά της εκπαίδευσης να επιτύχει την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων; Θα υπάρξει συναίνεση σε αυτό, όταν μάλιστα η Αριστερά προ ετών μιλούσε για «τεχνοφασισμό»;
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μια πρόκληση του μέλλοντος, αλλά η πραγματικότητα του παρόντος. Για αυτό και η Παιδεία οφείλει να προσαρμοστεί εγκαίρως, καλλιεργώντας όχι μόνο ψηφιακές δεξιότητες, αλλά και κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, ερευνητική κουλτούρα και υπεύθυνη χρήση των νέων τεχνολογιών. Δεν πρέπει να φοβηθούμε την καινοτομία. Πρέπει να μάθουμε να τη χρησιμοποιούμε προς όφελος της κοινωνίας. Η Πολιτεία έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Από το σχολείο μέχρι το πανεπιστήμιο, επενδύουμε στην ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών, στην ανάπτυξη σύγχρονων προγραμμάτων σπουδών και στην εξοικείωση μαθητών και φοιτητών με εργαλεία που ήδη αλλάζουν τον κόσμο της γνώσης και της εργασίας. Στόχος μας είναι οι νέοι να μην είναι απλοί καταναλωτές τεχνολογίας, αλλά δημιουργοί και πρωταγωνιστές της. Όσο για τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του παρελθόντος, θεωρώ ότι η εποχή απαιτεί υπευθυνότητα και όχι φοβικά ανακλαστικά. Η τεχνολογία δεν έχει πολιτικό πρόσημο. Αυτό που έχει σημασία είναι να τη θέσουμε στην υπηρεσία του ανθρώπου, της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης της χώρας, με κανόνες, διαφάνεια και ηθικές δικλίδες προστασίας.
Η Πολιτεία έγινε δέκτης και άλλων αιτήσεων για αδειοδότηση μη κρατικών πανεπιστημίων. Θα μπορέσει η χώρα μας να καταστεί ένα διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο; Είστε αισιόδοξος για την αναθεώρηση του άρθρου 16;
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικό επιστημονικό δυναμικό, δημόσια πανεπιστήμια με διεθνή αναγνώριση και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το αυξημένο ενδιαφέρον για τη δημιουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων επιβεβαιώνει ότι η χώρα μας αποκτά νέα δυναμική. Ωστόσο, έχουμε καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν θα υπάρξουν εκπτώσεις στην ποιότητα. Θα λειτουργήσουν μόνο ιδρύματα που πληρούν τις αυστηρές ακαδημαϊκές και θεσμικές προϋποθέσεις, με γνώμονα την προστασία των φοιτητών και την αξιοπιστία του ελληνικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης. Ως προς την αναθεώρηση του άρθρου 16, πιστεύω ότι αποτελεί το φυσικό επόμενο βήμα για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου. Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων δεν υπονομεύει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αντιθέτως, διευρύνει τις επιλογές των νέων, ενισχύει την εξωστρέφεια και δημιουργεί ένα πιο ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Ελπίζω ότι, όταν έρθει η ώρα, θα επικρατήσει η λογική και θα διαμορφωθούν οι απαραίτητες συναινέσεις για μια μεταρρύθμιση που κοιτάζει στο μέλλον και όχι στις ιδεοληψίες του παρελθόντος.
Θα ενισχύσει το δημόσιο πανεπιστήμιο ο ανταγωνισμός με το μη κρατικό;
Φυσικά και θα το ενισχύσει, αρκεί να αντιλαμβανόμαστε τον ανταγωνισμό ως κίνητρο για συνεχή βελτίωση και όχι ως απειλή. Το δημόσιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα διαθέτει, όπως είπαμε, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα και σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Δεν έχει τίποτα να φοβηθεί όταν λειτουργεί σε ένα περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων και ξεκάθαρων κανόνων. Η κυβέρνηση, άλλωστε, δεν αντιμετωπίζει τα δημόσια και τα μη κρατικά πανεπιστήμια ως ανταγωνιστικά στρατόπεδα. Αντιθέτως, επενδύουμε συστηματικά στην ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου, με αυξημένη χρηματοδότηση, εκσυγχρονισμό των υποδομών, διεθνοποίηση, νέες συνεργασίες και μεταρρυθμίσεις που αναβαθμίζουν την ποιότητα των σπουδών. Η παρουσία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που πληρούν αυστηρές προδιαγραφές λειτουργεί καταλυτικά για την εξωστρέφεια του ελληνικού ακαδημαϊκού οικοσυστήματος, να προσελκύσει φοιτητές από το εξωτερικό και να συγκρατήσει νέους που διαφορετικά θα επέλεγαν να σπουδάσουν εκτός Ελλάδας. Στο τέλος της ημέρας, ο μεγάλος κερδισμένος πρέπει να είναι η ίδια η ανώτατη εκπαίδευση και, πάνω από όλα, οι φοιτητές και οι οικογένειές τους.
Εγκρίθηκε από τη Σύγκλητο του Παντείου Πανεπιστημίου το κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα με το αμερικανικό Columbia University. Γιατί προκλήθηκε τόσος θόρυβος; Πρόκειται για μια νίκη του αύριο έναντι του χθες;
Η συνεργασία του Παντείου Πανεπιστημίου με το Columbia University είναι μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για την εξωστρέφεια της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Πρόκειται για ένα κοινό διεθνές μεταπτυχιακό πρόγραμμα που εγκρίθηκε από τη Σύγκλητο, παρά τις επιμέρους αντιδράσεις που εκφράστηκαν κυρίως γύρω από το ζήτημα των διδάκτρων και της φυσιογνωμίας του προγράμματος. Κατά την άποψή μου, ο δημόσιος διάλογος δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε ιδεολογικές φοβίες. Όταν ένα ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο συνεργάζεται με ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, αυτό αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στις δυνατότητες της χώρας και στους Έλληνες ακαδημαϊκούς. Δεν αποδυναμώνει το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά το ενισχύει, το διεθνοποιεί και δημιουργεί νέες ευκαιρίες για φοιτητές και ερευνητές. Αν αυτό είναι «νίκη του αύριο έναντι του χθες», θα έλεγα πως είναι κυρίως μια νίκη της εξωστρέφειας απέναντι στην εσωστρέφεια. Η Ελλάδα δεν έχει τίποτα να κερδίσει υψώνοντας τείχη στην ακαδημαϊκή συνεργασία. Έχει πολλά να κερδίσει όταν τα πανεπιστήμιά της γίνονται μέρος ενός παγκόσμιου δικτύου γνώσης, έρευνας και καινοτομίας, διατηρώντας πάντοτε την ακαδημαϊκή τους αυτονομία και τον δημόσιο χαρακτήρα τους.
Κατέρχεστε ως υποψήφιος της ΝΔ στην Α’ Θεσσαλονίκης. Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις των συνομιλητών σας στην πόλη και ποιοι είναι οι προβληματισμοί τους για το αύριο;
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι για μένα απλώς ένας εκλογικός σταθμός. Είναι η πόλη στην οποία έζησα, εργάστηκα και υπηρέτησα επί δεκαετίες ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Γνωρίζω τις δυνατότητές της, αλλά και τις πληγές της. Και αυτό που εισπράττω σήμερα από τους πολίτες είναι μια ξεκάθαρη απαίτηση: να μη χαθεί άλλη μία ευκαιρία. Οι Θεσσαλονικείς θέλουν μια πόλη που θα πρωταγωνιστεί. Βλέπουν μεγάλα έργα να προχωρούν, όπως ο Flyover, τη συζήτηση για τη νέα ΔΕΘ, τις επενδύσεις στις υποδομές και αντιλαμβάνονται ότι η πόλη αλλάζει. Ταυτόχρονα, ζητούν περισσότερες δουλειές, καλύτερες μεταφορές, ασφάλεια, ποιότητα ζωής και ευκαιρίες για τα παιδιά τους. Η δική μου βαθιά πεποίθηση είναι ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί να εξελιχθεί σε έναν διεθνή κόμβο γνώσης, έρευνας, καινοτομίας και επιχειρηματικότητας. Με τα πανεπιστήμιά της, τα ερευνητικά της κέντρα και το ανθρώπινο κεφάλαιό της, μπορεί να γίνει η πρωτεύουσα της γνώσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας: να περάσουμε από τις χαμένες δυνατότητες στις μεγάλες κατακτήσεις και να χτίσουμε μια Θεσσαλονίκη που δεν θα ακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά θα τις διαμορφώνει.

