Η ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική δεύτερη ευκαιρία για φυσικά πρόσωπα, επαγγελματίες και επιχειρήσεις με παλαιές οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, όσο περνάμε από τη θεωρία στην εφαρμογή γίνεται σαφές ότι άλλο είναι ο αριθμός των δυνητικών δικαιούχων και άλλο εκείνων που τελικά μπορούν να περάσουν τα φίλτρα, να ενταχθούν και, κυρίως, να παραμείνουν συνεπείς μέχρι την τελευταία δόση.
- του Βασίλη Κορκίδη, Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Μόνο στην Εφορία, η δυνητική περίμετρος της νέας ρύθμισης υπολογίζεται περίπου σε 1,6 εκατ. οφειλέτες, εκ των οποίων περίπου 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα και 284.000 επιχειρήσεις. Το ύψος των συνολικών παλαιών οφειλών σε ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ, που συνδέεται με αυτή τη δυνητική βάση, έχει υπολογιστεί περίπου στα 160 δισ. ευρώ. Πρόκειται για εντυπωσιακά μεγέθη, τα οποία όμως δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι όλοι αυτοί οι οφειλέτες θα μπορέσουν πράγματι να αξιοποιήσουν τη ρύθμιση.
Η πρώτη εικόνα είναι, άλλωστε, συγκρατημένη. Τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία των πρώτων εβδομάδων εφαρμογής έδειχναν περίπου 19.000 εντάξεις, αριθμό εξαιρετικά μικρό σε σχέση με τη δυνητική περίμετρο. Είναι ασφαλώς πολύ νωρίς για οριστικά συμπεράσματα, καθώς η διαδικασία βρίσκεται ακόμη στην αρχή και μεσολαβεί η θερινή περίοδος. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στους δυνητικούς δικαιούχους και στους πραγματικά ενταγμένους δείχνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια.
Το πρώτο φίλτρο είναι χρονικό. Η νέα ρύθμιση δεν αποτελεί γενική ρύθμιση όλων των χρεών, αλλά αφορά συγκεκριμένες παλαιές οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Συνεπώς, ένα σημαντικό μέρος των νεότερων χρεών παραμένει εκτός της περιμέτρου των 72 δόσεων.
Το δεύτερο φίλτρο αφορά την κατάσταση των προηγούμενων ρυθμίσεων. Δεν μπορούν όλες οι οφειλές που βρίσκονται ήδη σε άλλη ενεργή ρύθμιση να μεταφερθούν αυτομάτως στο νέο ευνοϊκότερο σχήμα. Η νομοθεσία θέτει συγκεκριμένες κρίσιμες ημερομηνίες και προϋποθέσεις σχετικά με το εάν μια προηγούμενη ρύθμιση ήταν ενεργή ή είχε χαθεί.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο φίλτρο είναι οι νεότερες οφειλές και το ύψος του επιτοκίου 5,84%. Η λογική του συστήματος είναι σωστή ως προς την ανάγκη να μην παράγονται συνεχώς νέα χρέη. Στην πράξη, όμως, δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση για πολλές μικρές επιχειρήσεις. Για να ρυθμίσει κάποιος το παλαιό χρέος, πρέπει παράλληλα να έχει εξοφλήσει ή να έχει τακτοποιήσει νόμιμα τις νεότερες υποχρεώσεις του.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική δυσκολία, αφού την ίδια στιγμή πρέπει να καταβάλλει τρέχοντα ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές, μισθοδοσία, ενέργεια, ενοίκια, προμηθευτές και πιθανόν δόσεις για νεότερες υποχρεώσεις. Άρα, η πραγματική ερώτηση δεν είναι μόνο «πόσοι δικαιούνται;», αλλά κυρίως «πόσοι μπορούν να πληρώσουν;».
Αυτό εξηγεί γιατί θεωρούμε ότι δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε την ένταξη του συνόλου των περίπου 1,6 εκατ. δυνητικών δικαιούχων της Εφορίας. Με τα σημερινά δεδομένα, ένα εύλογο εύρος εκτίμησης μέχρι το τέλος του 2026 με τις 700 αιτήσεις ημερησίως εκτιμάται σε 55.000 – 80.000 εντάξεις, δηλαδή 6-7%. Από τον Σεπτέμβριο, εάν αυξηθεί ο ρυθμός των αιτήσεων κατά 50%, τότε το κεντρικό σενάριο θα είναι περίπου 100.000 έως 150.000 εντάξεις, δηλαδή περίπου 13% της δυνητικής περιμέτρου, ενώ το αισιόδοξο σενάριο με ένα πιθανό εύρος 250.000 αιτήσεων ανεβάζει τη συμμετοχή σε 15-16%.
Πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι πρόκειται για εκτίμηση και όχι επίσημη κυβερνητική πρόβλεψη. Ο πραγματικός αριθμός θα εξαρτηθεί από την πορεία των αιτήσεων μετά τον Αύγουστο, τη ρευστότητα της αγοράς και το κατά πόσο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανταποκριθούν στις παράλληλες προϋποθέσεις.
Αντίστοιχα μεγάλο είναι το ζήτημα των ασφαλιστικών οφειλών. Το συνολικό χρέος που έχει συγκεντρωθεί στο ΚΕΑΟ έχει ξεπεράσει τα 52 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλέτες προσεγγίζουν τα 2,3 εκατομμύρια. Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλοι είναι δικαιούχοι των 72 δόσεων, ούτε πρέπει να προσθέτουμε αυτούς τους οφειλέτες στους φορολογικούς οφειλέτες, καθώς υπάρχει σημαντική επικάλυψη φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.
Η συζήτηση, επομένως, πρέπει να μετακινηθεί από τον αριθμό των δόσεων στην ποιότητα και βιωσιμότητα της ρύθμισης. Οι 72 δόσεις είναι σαφώς καλύτερες από τις 24 ή 48 για έναν οικονομικά πιεσμένο οφειλέτη, αλλά δεν αποτελούν πανάκεια, όταν η πραγματική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας.
Το ΕΒΕΠ θεωρεί ότι πρέπει να παρακολουθήσουμε στενά την πορεία της ρύθμισης μέχρι το φθινόπωρο και να αξιολογήσουμε τα πραγματικά ποσοστά ένταξης και απώλειας ρυθμίσεων. Εάν διαπιστωθεί ότι η συμμετοχή παραμένει χαμηλή, θα πρέπει να εξεταστούν στοχευμένες διορθώσεις, χωρίς να επιβραβεύονται οι στρατηγικοί κακοπληρωτές.
Η επιτυχία των 72 δόσεων δεν θα κριθεί από το πόσοι έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση, αλλά από το πόσοι θα μπορέσουν να ενταχθούν, να παραμείνουν συνεπείς και να φθάσουν στην τελευταία δόση. Για τις βιώσιμες ΜμΕ, το πραγματικό ζητούμενο είναι μια δεύτερη ευκαιρία που να μπορεί πράγματι να αξιοποιηθεί και όχι απλώς μια ακόμη δυνητική ρύθμιση με μικρή συμμετοχή.

