Πίσω από τα likes, τα stories και τα ατελείωτα βίντεο, πολλοί νέοι επιλέγουν να παρακολουθούν χωρίς να εκτίθενται
Πριν από λίγο καιρό, στα social media υπήρχε μια αθώα ψευδαίσθηση: ότι όποιος είχε λογαριασμό θα μιλούσε, θα ανέβαζε, θα σχολίαζε, θα έδειχνε τη ζωή του με τον ενθουσιασμό ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε την προσωπική του τηλεόραση.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Σήμερα, η πραγματικότητα είναι πιο ενδιαφέρουσα. Ένα μεγάλο μέρος των νέων της Gen Z βρίσκεται εκεί, αλλά χωρίς να κάνει ιδιαίτερο θόρυβο. Βλέπει τα πάντα, παρακολουθεί τα πάντα, ξέρει ποιος χώρισε, ποιος άλλαξε δουλειά, ποιος πήγε τριήμερο, ποιος έκανε πολιτική δήλωση και ποιος ανέβασε βαθυστόχαστο story από παραλία. Απλώς δεν συμμετέχει πάντα. Κοιτάζει. Σιωπηλά. Επαγγελματικά σχεδόν.
Οι lurkers είναι η σιωπηλή πλειοψηφία των social media. Δεν εξαφανίστηκαν από τον ψηφιακό κόσμο. Αντιθέτως, κατοικούν εκεί κανονικότατα. Απλώς δεν αισθάνονται την ανάγκη να δηλώνουν συνεχώς παρουσία. Δεν ανεβάζουν κάθε καφέ, κάθε έξοδο, κάθε σκέψη, κάθε μελαγχολία με φόντο ηλιοβασίλεμα και υπότιτλο δανεισμένο από τραγούδι. Μπορεί να περνούν ώρες στο TikTok, στο Instagram, στο X, στο YouTube, αλλά το δικό τους αποτύπωμα να είναι ένα like ανά τρίμηνο και ένα story στα γενέθλιά τους, για να μην ανησυχήσει ο κοινωνικός περίγυρος ότι αποσύρθηκαν σε μοναστήρι χωρίς WiFi.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν άποψη. Συχνά έχουν πάρα πολλή. Απλώς έχουν καταλάβει κάτι που οι μεγαλύτεροι μαθαίνουν με πιο αργό και οδυνηρό τρόπο: ότι κάθε δημόσια έκθεση έχει κόστος. Ένα σχόλιο μπορεί να παρεξηγηθεί, ένα post να μείνει, μια άποψη να επιστρέψει χρόνια μετά σαν ξεχασμένος λογαριασμός ΔΕΗ. Η Gen Z μεγάλωσε γνωρίζοντας ότι το ίντερνετ δεν ξεχνά. Και όταν μεγαλώνεις σε έναν χώρο όπου όλα μπορούν να γίνουν screenshot, η σιωπή δεν είναι πάντα αδιαφορία. Μερικές φορές είναι στρατηγική επιβίωσης.
Υπάρχει βέβαια και η κόπωση. Η διαρκής αυτοπαρουσίαση κουράζει. Να δείχνεις ενδιαφέρων, ενημερωμένος, αστείος, κοινωνικός, αισθητικά συνεπής και ιδεολογικά ενημερωμένος, όλα μαζί, είναι εργασία πλήρους απασχόλησης χωρίς ένσημα. Ο lurker παραιτείται από αυτό το καθήκον. Δεν θέλει να είναι διαρκώς περιεχόμενο. Θέλει απλώς να υπάρχει χωρίς να κάνει μοντάζ στον εαυτό του.
Το παράδοξο είναι ότι οι lurkers βλέπουν συχνά καθαρότερα από όσους φωνάζουν. Παρατηρούν τάσεις, υπερβολές, μόδες, ψεύτικες βεβαιότητες, ψηφιακές υστερίες. Ξέρουν πότε κάτι γίνεται viral, πότε κάτι είναι στημένο, πότε μια δημόσια ευαισθησία μοιάζει λίγο πολύ καλοφωτισμένη για να είναι αθώα. Είναι θεατές, αλλά όχι απαραίτητα παθητικοί. Απλώς κρατούν τις αντιδράσεις τους για τον εαυτό τους ή για την κλειστή παρέα, εκεί όπου ακόμη επιτρέπεται να πεις κάτι χωρίς να γίνει δημόσιο τεκμήριο χαρακτήρα.
Η σιωπή της Gen Z στα social είναι νέα μορφή παρουσίας. Μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στην υπερέκθεση, αρχίζει να καταλαβαίνει την αξία της απόκρυψης. Βλέπει, διαβάζει, συγκρίνει, κρίνει, αλλά δεν παραδίδεται πάντα στον πειρασμό να φανεί.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ειρωνικό: σε έναν κόσμο που όλοι φωνάζουν «κοίτα με», οι πιο ενδιαφέροντες μπορεί να είναι εκείνοι που απλώς κοιτούν.

