Στη δημόσια συζήτηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παρατηρείται συχνά ένα φαινομενικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι έρευνες οικονομικού κλίματος και από την άλλη οι μελέτες καταναλωτικής συμπεριφοράς που καταγράφουν συχνά επιφυλακτικότητα, μειωμένη αισιοδοξία ή ακόμη και απαισιοδοξία επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Από την άλλη, τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και οι εναρμονισμένοι δείκτες της Eurostat παρουσιάζουν αύξηση της κατανάλωσης, βελτίωση του κύκλου εργασιών στο λιανεμπόριο, ακόμη και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
- του Βασίλη Κορκίδη, Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Είναι άραγε κάποιος φορέας ή ερευνητικό ινστιτούτο λάθος; Η απάντηση είναι όχι. Διότι τα ερευνητικά ινστιτούτα των φορέων δεν μετρούν πάντα το ίδιο ζητούμενο και, συνεπώς, δεν μπορούν να αξιολογούν το αποτέλεσμα με τα ίδια κριτήρια. Ακόμα και όταν οι έρευνες δεν συμφωνούν, και τότε πάλι κάτι μας λένε.
Η ΕΛΣΤΑΤ αποτελεί την επίσημη στατιστική αρχή της χώρας και αποτυπώνει όσα έχουν ήδη συμβεί στην πραγματική οικονομία. Μετρά πραγματικές συναλλαγές, πραγματικές τιμές, πραγματικές πωλήσεις και πραγματικούς όγκους κατανάλωσης, εφαρμόζοντας τις κοινές μεθοδολογικές αρχές του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος. Η Eurostat, αντίστοιχα, εναρμονίζει τα στοιχεία όλων των κρατών-μελών, ώστε οι συγκρίσεις να γίνονται με κοινή μεθοδολογία και να είναι αξιόπιστες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αντίθετα, άλλα ερευνητικά ινστιτούτα δεν μετρούν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, αλλά το οικονομικό κλίμα. Οι δείκτες του προέρχονται από τις εναρμονισμένες ευρωπαϊκές έρευνες επιχειρήσεων και καταναλωτών και αποτυπώνουν τις προσδοκίες, τις εκτιμήσεις και την ψυχολογία της αγοράς. Με άλλα λόγια, αποτελούν πρόδρομους δείκτες που επιχειρούν να προσεγγίσουν το αύριο και όχι να περιγράψουν το χθες.
Από την πλευρά τους, καταναλωτικές οργανώσεις εστιάζουν κυρίως στην οργανωμένη αγορά τροφίμων και λιανεμπορίου. Οι έρευνές τους βασίζονται σε δείγματα καταναλωτών ή επιχειρήσεων και αποτυπώνουν μεταβολές στις αγοραστικές συνήθειες, στις προτιμήσεις και στις αντιλήψεις των νοικοκυριών. Δεν αποτελούν επίσημη στατιστική μέτρηση του πληθωρισμού ή της συνολικής κατανάλωσης της χώρας. Αυτή η διαφορετική αποστολή εξηγεί γιατί πολλές φορές οι τίτλοι των ερευνών δημιουργούν την εντύπωση ότι συγκρούονται μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα.
Ένας καταναλωτής μπορεί να δηλώνει ότι δυσκολεύεται περισσότερο να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες, ακόμη και όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί. Ο λόγος είναι απλός. Η μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει απλώς ότι συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα. Έτσι, η αίσθηση της ακρίβειας παραμένει ισχυρή, ιδιαίτερα όταν οι αυξήσεις των προηγούμενων ετών έχουν ήδη επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Αντίστοιχα, είναι απολύτως πιθανό ο συνολικός κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου να αυξάνεται, ενώ τα νοικοκυριά δηλώνουν ότι περιορίζουν τις αγορές τους. Η εξήγηση βρίσκεται στη διάκριση μεταξύ αξίας και όγκου πωλήσεων. Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές, η συνολική αξία των πωλήσεων μπορεί να αυξάνεται, ακόμη και αν οι καταναλωτές αγοράζουν μικρότερες ποσότητες προϊόντων. Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει και τους δύο δείκτες, της αξίας και του όγκου, ακριβώς για να αποφεύγονται τέτοιες παρερμηνείες.
Υπάρχει ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας, όπως ο χρονισμός. Οι έρευνες προσδοκιών πραγματοποιούνται πριν δημοσιευθούν τα επίσημα στοιχεία. Είναι, επομένως, φυσιολογικό οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων να επηρεάζονται από την αβεβαιότητα της στιγμής, από γεωπολιτικές εξελίξεις, από το ενεργειακό κόστος ή από την ψυχολογία της αγοράς. Αρκετές φορές οι προσδοκίες αυτές επιβεβαιώνονται, άλλες όμως διαψεύδονται από τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα που ακολουθούν. Για τον λόγο αυτόν, στις ώριμες οικονομίες οι δείκτες αυτοί δεν αντιμετωπίζονται ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά. Οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές αξιοποιούν τόσο τα επίσημα στατιστικά στοιχεία όσο και τους δείκτες οικονομικού κλίματος, διότι κάθε κατηγορία παρέχει διαφορετική πληροφορία.
Για την επιχειρηματική κοινότητα, το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι καμία μεμονωμένη έρευνα δεν αρκεί για να περιγράψει την πραγματική εικόνα της αγοράς. Η ασφαλέστερη αξιολόγηση προκύπτει από τη συνδυαστική ανάγνωση όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Διαβάζοντας σε μια έρευνα πως η κατανάλωση στο λιανεμπόριο αυξήθηκε 11% την επταετία 2019-2026, αλλά δεν διαβάσουμε την αύξηση 40% της αξίας των πωλήσεων, δεν θα αντιληφθούμε το ισχυρό αποτύπωμα του πληθωρισμού και της ακρίβειας την ίδια περίοδο. Υπάρχει και μια δεύτερη διάκριση για τα στοιχεία που εξετάζουμε. Η ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποιεί τον εθνικό ΔΤΚ για την αποτύπωση της εξέλιξης των τιμών στην ελληνική οικονομία. Η Eurostat χρησιμοποιεί τον Εναρμονισμένο ΔΤΚ ως κοινή ευρωπαϊκή μεθοδολογία ώστε να μπορούν να συγκριθούν οι χώρες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο 2026 έχουμε πληθωρισμό για την Ελλάδα σύμφωνα με εθνικό ΔΤΚ +3,4%, σύμφωνα με εναρμονισμένο δείκτη HICP της Eurostat +2,7%. Δεν υπάρχει αντίφαση. Πρόκειται για διαφορετικούς δείκτες και διαφορετικές σταθμίσεις του καταναλωτικού καλαθιού. Και το ίδιο ακριβώς εξηγεί το παράδειγμα των τροφίμων, με τον εθνικό ΔΤΚ για «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» να δείχνει +0,4%, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης εμφανίζει αρνητική μεταβολή -0,4% λόγω της διαφορετικής στάθμισης.
Η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat δείχνουν πού βρίσκεται σήμερα η οικονομία. Οι επιχειρηματικές οργανώσεις αποτυπώνουν πώς αισθάνονται και τι αναμένουν οι επιχειρήσεις. Οι καταναλωτικές οργανώσεις καταγράφουν πώς προσαρμόζεται ο καταναλωτής στις νέες συνθήκες. Όταν τα στοιχεία αυτά εξετάζονται μαζί, διαμορφώνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής αγοράς. Στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι διακυμάνσεις του ενεργειακού κόστους και οι μεταβολές της καταναλωτικής συμπεριφοράς επηρεάζουν καθημερινά την αγορά, η επιχειρηματικότητα χρειάζεται λιγότερες εντυπώσεις και περισσότερη σύνθεση στοιχείων. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι συνέβη, ούτε τι πιστεύουν ότι θα συμβεί. Η ορθή οικονομική ανάλυση απαιτεί να συνδυάζουμε τα επίσημα στατιστικά δεδομένα με τους δείκτες προσδοκιών, ώστε οι αποφάσεις να βασίζονται τόσο στην πραγματικότητα όσο και στις τάσεις που διαμορφώνονται.
Αυτός είναι και ο ασφαλέστερος οδηγός για τη χάραξη οικονομικής πολιτικής, αλλά και για τον στρατηγικό σχεδιασμό των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι έρευνες αποτυπώνουν το κλίμα, οι στατιστικές αποτυπώνουν τα αποτελέσματα. Η οικονομική πολιτική, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε μόνο στη διάθεση ούτε μόνο στους αριθμούς. Χρειάζεται να γεφυρώνει την απόσταση μεταξύ της πραγματικής οικονομίας και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών. Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική αγορά και η μεγαλύτερη ευθύνη του οικονομικού επιτελείου.

