Δυσκολεύουν τα πράγματα για τη Μόσχα: Η Τασκένδη ζητεί ανεξάρτητο διεθνή έλεγχο, περισσότερες δουλειές για εγχώριες εταιρείες και σαφέστερη χρηματοδότηση για το πυρηνικό έργο των 9,5 δισ. δολαρίων – Γιατί η περίπτωση της Τουρκίας λειτουργεί ως προειδοποίηση
Μόλις τρεις μήνες μετά την πανηγυρική έναρξη της κατασκευής του πρώτου πυρηνικού σταθμού του Ουζμπεκιστάν, η κυβέρνηση της Τασκένδης επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στο έργο των 9,5 δισ. δολαρίων, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τη ρωσική Rosatom.
Η κίνηση δεν συνιστά ακόμη ρήξη με τη Μόσχα ούτε ακύρωση της συμφωνίας. Αποκαλύπτει, όμως, την πρόθεση του Ουζμπεκιστάν να μη μετατραπεί σε παθητικό πελάτη της ρωσικής κρατικής εταιρείας, σε ένα έργο κρίσιμο για την ενεργειακή και οικονομική του ασφάλεια.
Η Τασκένδη επιδιώκει πλέον τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών εταιρειών μηχανικών, οι οποίες θα αναλάβουν ανεξάρτητο έλεγχο των τεχνολογικών επιλογών, της κατασκευής και των προδιαγραφών ασφαλείας. Παράλληλα, απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή εγχώριων επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Πίσω από αυτή τη στάση βρίσκονται ερωτήματα για τη χρηματοδότηση, τον έλεγχο του έργου και τις δυνατότητες της Rosatom να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα. Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το παράδειγμα της Τουρκίας, όπου ο πυρηνικός σταθμός του Ακούγιου έχει καθυστερήσει κατά τουλάχιστον τρία χρόνια εξαιτίας προβλημάτων χρηματοδότησης, κυρώσεων και δυσκολιών στην προμήθεια κρίσιμου εξοπλισμού.
Από την πανηγυρική έναρξη στις πρώτες αποστάσεις
Στις 4 Ιουνίου, ο πρόεδρος του Ουζμπεκιστάν Σαβκάτ Μιρζιγιάγεφ και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν εγκαινίασαν μέσω τηλεδιάσκεψης τις εργασίες για την πρώτη μονάδα του πυρηνικού σταθμού. Στην τελετή συμμετείχε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι.
Το σχέδιο περιλαμβάνει δύο μεγάλους αντιδραστήρες VVER-1000, ισχύος ενός γιγαβάτ ο καθένας, και δύο μικρότερους αντιδραστήρες RITM-200N, ισχύος 55 μεγαβάτ. Μαζί με τον σταθμό θα κατασκευαστούν εκτεταμένες υποδομές και κατοικίες για περίπου 33.000 εργαζομένους και τις οικογένειές τους.
Στις 2 Σεπτεμβρίου, ωστόσο, η προεδρία του Ουζμπεκιστάν παρουσίασε νέο σχέδιο διαχείρισης του έργου, χωρίς να αναφέρει ονομαστικά τη Rosatom. Η ανακοίνωση προέβλεπε τη δημιουργία κοινοπραξίας με κορυφαίες διεθνείς εταιρείες μηχανικών, ώστε να ενισχυθούν η τεχνική εποπτεία και η ανεξάρτητη αξιολόγηση των κατασκευαστικών και τεχνολογικών λύσεων.
Η παράλειψη της Rosatom από την ανακοίνωση δεν αποδεικνύει από μόνη της πολιτική ρήξη. Δείχνει, όμως, ότι η ρωσική εταιρεία δεν θα έχει πλέον ανεξέλεγκτη ευθύνη για τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την αξιολόγηση του έργου.
Περισσότερο έργο σε ουζμπεκικές εταιρείες
Ο πρόεδρος Μιρζιγιάγεφ εμφανίζεται δυσαρεστημένος και από το περιορισμένο μερίδιο που προβλέπεται για την τοπική οικονομία.
Με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις, προϊόντα και υπηρεσίες αξίας περίπου 1,9 δισ. δολαρίων –ποσοστό 21% του συνολικού προϋπολογισμού– θα προέλθουν από το Ουζμπεκιστάν. Ο πρόεδρος έκρινε το ποσοστό ανεπαρκές και ζήτησε να αυξηθεί τουλάχιστον στο 30%.
Παράλληλα, έθεσε ως στόχο το 65% των κατασκευαστικών εργασιών και εγκαταστάσεων να πραγματοποιηθεί από εγχώριες επιχειρήσεις και να απασχοληθούν 7.000 Ουζμπέκοι εργαζόμενοι και ειδικοί.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου σχεδιάζεται βιομηχανικό συγκρότημα κοντά στο εργοτάξιο, το οποίο θα παράγει οικοδομικά υλικά και εξαρτήματα για τον πυρηνικό σταθμό.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Τασκένδη δεν θέλει απλώς να αγοράσει έναν ρωσικό σταθμό. Θέλει η επένδυση να δημιουργήσει εγχώρια τεχνογνωσία, βιομηχανική παραγωγή και θέσεις εργασίας.
Το αγκάθι της χρηματοδότησης
Το πιο δύσκολο ζήτημα παραμένει η εξασφάλιση των 9,5 δισ. δολαρίων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του έργου. Η Ρωσία έχει παρουσιάσει τουλάχιστον μία πρόταση χρηματοδότησης, η οποία, σύμφωνα με δημοσιεύματα, δεν κρίθηκε αρκετά ελκυστική από την ουζμπεκική κυβέρνηση.
Ήδη στις αρχές του 2026 η έναρξη των εργασιών είχε μετατεθεί από τον Μάρτιο για αργότερα, στοιχείο που φανερώνει ότι οι δυσκολίες δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά.
Το Ουζμπεκιστάν φαίνεται επίσης να κρατά ανοιχτές εναλλακτικές επιλογές. Ο Μιρζιγιάγεφ ανακοίνωσε τον Αύγουστο ότι έχει γίνει εκτεταμένη προεργασία για έναν δεύτερο πυρηνικό σταθμό, χωρίς να αποκαλύψει την τοποθεσία, τον ανάδοχο ή το ύψος της επένδυσης.
Παράλληλα, η Τασκένδη ενισχύει τις επαφές της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον αναζητεί ενεργότερο ρόλο στην πυρηνική αγορά της Κεντρικής Ασίας, κυρίως στον τομέα των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων.
Το Ακούγιου ως προειδοποίηση
Η ανησυχία του Ουζμπεκιστάν γίνεται περισσότερο κατανοητή μέσα από την πορεία του πυρηνικού σταθμού Ακούγιου στη νότια Τουρκία, επίσης έργου της Rosatom.
Η κατασκευή του πρώτου από τους τέσσερις αντιδραστήρες άρχισε το 2018. Η αρχική δέσμευση προέβλεπε την έναρξη λειτουργίας του το 2023, χρονιά κατά την οποία η Τουρκία γιόρτασε τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Δημοκρατίας.
Ο στόχος δεν επιτεύχθηκε. Η έναρξη μετατέθηκε διαδοχικά και σήμερα η Rosatom επιδιώκει να θέσει την πρώτη μονάδα σε εμπορική λειτουργία έως το τέλος του 2026. Οι τέσσερις αντιδραστήρες, συνολικής ισχύος 4,8 γιγαβάτ, προβλέπεται να καλύπτουν περίπου το 10% της τουρκικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Μία από τις σημαντικότερες καθυστερήσεις προκλήθηκε όταν η γερμανική Siemens Energy δεν παρέδωσε εξοπλισμό για τα συστήματα ηλεκτρικής σύνδεσης. Ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ συνέδεσε την εξέλιξη με τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η Rosatom στράφηκε τελικά σε Κινέζους προμηθευτές για την αντικατάσταση των εξαρτημάτων.
Παράλληλα, περίπου 2 δισ. δολάρια που προορίζονταν για το Ακούγιου είχαν παγώσει σε λογαριασμό στο εξωτερικό, προκαλώντας πρόσθετη πίεση στη χρηματοδότηση. Τον Δεκέμβριο του 2025, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι η Ρωσία εξασφάλισε νέα κεφάλαια 9 δισ. δολαρίων για τη συνέχιση του έργου.
Τον Απρίλιο του 2026, η Rosatom άρχισε επίσης συνομιλίες με τουρκικές εταιρείες για την πώληση ποσοστού έως 49% στο Ακούγιου, επιδιώκοντας να μοιραστεί το χρηματοδοτικό βάρος.
Η βασική διαφορά Τουρκίας και Ουζμπεκιστάν
Στο Ακούγιου εφαρμόζεται το μοντέλο «κατασκευή, ιδιοκτησία και λειτουργία». Η Rosatom δεν είναι απλώς ο κατασκευαστής, αλλά ο βασικός ιδιοκτήτης και μελλοντικός διαχειριστής του σταθμού. Αυτό έχει δημιουργήσει στην Τουρκία συζητήσεις για τον βαθμό εξάρτησης από τη Ρωσία, καθώς η Μόσχα προμηθεύει την τεχνολογία και το πυρηνικό καύσιμο και διατηρεί καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία.
Το Ουζμπεκιστάν επιχειρεί να αποφύγει μια αντίστοιχη υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων. Η δημιουργία ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου, η αύξηση της εγχώριας συμμετοχής και η αναζήτηση εναλλακτικών τεχνολογικών εταίρων αποτελούν μια προσπάθεια να διατηρήσει τον τελικό έλεγχο.
Η Τασκένδη φαίνεται να αντλεί ένα βασικό δίδαγμα από το Ακούγιου: όταν η χρηματοδότηση, η τεχνολογία, τα ανταλλακτικά και η λειτουργία εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από έναν ξένο όμιλο, οποιαδήποτε γεωπολιτική κρίση μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις δισεκατομμυρίων.
Η Άγκυρα δεν απομακρύνεται από τη Μόσχα
Παρά τα προβλήματα του Ακούγιου, η Τουρκία δεν δείχνει διάθεση να περιορίσει τη συνεργασία της με τη Ρωσία στον πυρηνικό τομέα.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε στις αρχές Σεπτεμβρίου ότι Άγκυρα και Μόσχα μπορούν να προχωρήσουν σε πρόσθετα πυρηνικά έργα. Η Τουρκία εξετάζει νέους σταθμούς στη Σινώπη και την Ανατολική Θράκη, συζητώντας παράλληλα με τη Ρωσία, την Κίνα, τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ.
Επομένως, το τουρκικό προηγούμενο δεν αποτελεί ιστορία εγκατάλειψης της Rosatom, αλλά παράδειγμα των κινδύνων που συνοδεύουν ένα εξαιρετικά μεγάλο έργο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με κυρώσεις, διασυνοριακές πληρωμές και προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Μείωση εξάρτησης, όχι ακόμη διαζύγιο
Η νέα στάση του Ουζμπεκιστάν δεν σημαίνει ότι η Rosatom απομακρύνεται από το έργο. Η ρωσική εταιρεία παραμένει ο βασικός τεχνολογικός εταίρος και η κατασκευή έχει ήδη αρχίσει.
Αυτό που αλλάζει είναι οι όροι της συνεργασίας. Η Τασκένδη ζητεί περισσότερη εποπτεία, μεγαλύτερο μερίδιο για την τοπική οικονομία και λιγότερη εξάρτηση από μία μόνο χώρα.
Η επιλογή αυτή έχει τεχνική και οικονομική λογική, αλλά ταυτόχρονα εκπέμπει πολιτικό μήνυμα. Το Ουζμπεκιστάν χρειάζεται τη ρωσική πυρηνική τεχνολογία, δεν είναι όμως διατεθειμένο να παραχωρήσει στη Μόσχα τον πλήρη έλεγχο ενός έργου που θα διαμορφώσει την ενεργειακή του πορεία για πολλές δεκαετίες.

