Τι λένε οι ειδικοί
Το άσθμα δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Φύλο, ηλικία, ορμονικές μεταβολές, σωματικό βάρος και περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τόσο την εμφάνισή του όσο και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές διαφορές εμφανίζεται μετά την εφηβεία. Ενώ στην παιδική ηλικία το άσθμα είναι συχνότερο στα αγόρια, στην ενήλικη ζωή η εικόνα αντιστρέφεται και οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερη επιβάρυνση από τη νόσο.
Στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας βρίσκονται πλέον και οι γυναικείες ορμόνες, καθώς οι διακυμάνσεις των οιστρογόνων και της προγεστερόνης φαίνεται ότι μπορούν να επηρεάζουν τη φλεγμονή και την αντιδραστικότητα των αεραγωγών.
Γιατί το άσθμα μπορεί να είναι πιο έντονο στις γυναίκες
Η εξήγηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Οι γυναίκες έχουν ανατομικές και ορμονικές διαφορές που μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του αναπνευστικού συστήματος.
Μετά την ανάπτυξη, οι αεραγωγοί των γυναικών είναι κατά μέσο όρο μικρότεροι από εκείνους των ανδρών. Την ίδια στιγμή, οι ορμόνες του φύλου αλληλεπιδρούν με το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορούν να μεταβάλλουν τη φλεγμονώδη απόκριση.
Σημαντικός παράγοντας είναι και το σωματικό βάρος. Ο λιπώδης ιστός επηρεάζει τόσο τη μηχανική της αναπνοής όσο και ορμονικές και φλεγμονώδεις διεργασίες, με την παχυσαρκία να συνδέεται με δυσκολότερο έλεγχο του άσθματος σε ορισμένους ασθενείς.
Παράλληλα, η έκθεση σε ερεθιστικές ουσίες, από τον καπνό μέχρι ορισμένα καθαριστικά και αναθυμιάσεις, μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα.
Όταν η περίοδος επηρεάζει και την αναπνοή
Για ορισμένες γυναίκες, η επιδείνωση του άσθματος ακολουθεί τον εμμηνορροϊκό κύκλο.
Στο κείμενο αναφέρεται ότι πάνω από το 40% των γυναικών με άσθμα παρατηρούν εντονότερα συμπτώματα τις ημέρες πριν από την περίοδο ή κατά την έναρξή της. Οι μεταβολές στα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης μπορούν να συνδέονται με αυξημένη αντιδραστικότητα των αεραγωγών, συριγμό και δυσκολία στην αναπνοή.
Γι’ αυτό και η καταγραφή των συμπτωμάτων σε σχέση με τον κύκλο μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες στον θεράποντα γιατρό.
Τι συμβαίνει στην εγκυμοσύνη
Η εγκυμοσύνη αποτελεί ακόμη μία περίοδο μεγάλων ορμονικών και σωματικών αλλαγών. Σύμφωνα με το κείμενο, περίπου το 30% των γυναικών με άσθμα παρουσιάζει σημαντική επιδείνωση των συμπτωμάτων, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο.
Οι ορμονικές αλλαγές συνδυάζονται με τις μεταβολές που προκαλεί η εγκυμοσύνη στο αναπνευστικό σύστημα και στη θέση του διαφράγματος.
Η πορεία του άσθματος στην εγκυμοσύνη, πάντως, δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες και η θεραπεία δεν θα πρέπει να τροποποιείται χωρίς ιατρική καθοδήγηση.
Και μετά έρχεται η εμμηνόπαυση
Ακόμη πιο σύνθετη γίνεται η εικόνα κατά την περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση.
Οι ορμονικές μεταβολές, σε συνδυασμό με αλλαγές στο σωματικό βάρος και άλλους παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν διαφορετικά κάθε γυναίκα. Σε κάποιες περιπτώσεις τα ήδη υπάρχοντα συμπτώματα μεταβάλλονται, ενώ σε άλλες το άσθμα μπορεί να εμφανιστεί για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή.
Αυτός είναι και ένας λόγος που μια νέα ή επίμονη δύσπνοια δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο άγχος ή στις αλλαγές της ηλικίας, αλλά να αξιολογείται από γιατρό.
Νέες θεραπείες αλλάζουν το τοπίο
Η καλύτερη κατανόηση των διαφορετικών τύπων φλεγμονής που κρύβονται πίσω από το άσθμα έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε περισσότερο εξατομικευμένες θεραπευτικές επιλογές.
Οι βιολογικοί παράγοντες μπορούν να στοχεύσουν συγκεκριμένους μηχανισμούς της φλεγμονής σε επιλεγμένους ασθενείς με σοβαρό άσθμα. Παράλληλα, διερευνάται η πιθανή επίδραση θεραπειών όπως οι αγωνιστές GLP-1 σε ασθενείς με παχυσαρκία και άσθμα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα αποτελούν καθιερωμένη θεραπεία του άσθματος ή ότι μπορούν να λαμβάνονται γι’ αυτόν τον σκοπό χωρίς ιατρική ένδειξη.
Τι μπορεί να βοηθήσει στην καθημερινότητα
Η παρακολούθηση των συμπτωμάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ειδικά όταν φαίνεται να υπάρχει σύνδεση με τον εμμηνορροϊκό κύκλο. Ένα απλό ημερολόγιο μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου και στη συζήτησή του με τον γιατρό.
Εξίσου σημαντική είναι η αποφυγή του καπνίσματος και του ατμίσματος, καθώς και, όπου είναι δυνατόν, της έντονης έκθεσης σε ουσίες που ερεθίζουν το αναπνευστικό.
Το σημαντικότερο είναι ότι μια αισθητή αλλαγή στην αναπνοή, η συχνότερη ανάγκη για ανακουφιστικό εισπνεόμενο ή η επιδείνωση γνωστού άσθματος χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση και όχι αυθαίρετη αλλαγή της θεραπείας.

