Ο ελβετικός τραπεζικός όμιλος εισέρχεται στην ελληνική αγορά private banking και wealth management – Διαχειρίζεται κεφάλαια πελατών άνω των 460 δισ. δολαρίων
Την παρουσία της στην ελληνική αγορά εγκαινίασε η Banque J. Safra Sarasin, ξεκινώντας τη λειτουργία υποκαταστήματος στην Αθήνα με στόχο την ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον τομέα του private banking και της διαχείρισης περιουσίας.
Τα νέα γραφεία της τράπεζας στεγάζονται στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ενώ επικεφαλής της ελληνικής δραστηριότητας αναλαμβάνει η Λία Πιτταούλη, η οποία μέχρι πρότινος ήταν επικεφαλής του Private Banking της Eurobank.
Το υποκατάστημα θα απευθύνεται σε πελάτες που έχουν έδρα ή φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, προσφέροντας επενδυτικές υπηρεσίες και εξατομικευμένες λύσεις διαχείρισης περιουσίας. Μέσω του booking center του ομίλου στο Λουξεμβούργο, οι πελάτες θα αποκτούν πρόσβαση στο διεθνές δίκτυο και στις επενδυτικές δυνατότητες της Banque J. Safra Sarasin.
Στο επίκεντρο της δραστηριότητάς της βρίσκονται ιδιώτες υψηλής καθαρής θέσης, οικογένειες και θεσμικοί επενδυτές, με ιδιαίτερη έμφαση στις βιώσιμες επενδύσεις.
Ο όμιλος J. Safra Sarasin, με ελβετικές ρίζες, διαθέτει παρουσία σε περισσότερα από 35 σημεία στην Ευρώπη, την Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Διαχειρίζεται κεφάλαια πελατών που υπερβαίνουν τα 460 δισ. δολάρια, απασχολεί περίπου 5.000 εργαζομένους και διαθέτει ίδια κεφάλαια ύψους 7,1 δισ. δολαρίων.
Ο ευρύτερος J. Safra Group, στον οποίο ανήκουν, μεταξύ άλλων, η Banco Safra της Βραζιλίας και η Safra National Bank of New York, διαχειρίζεται συνολικά περίπου 590 δισ. δολάρια και δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 230 τοποθεσίες διεθνώς.
Αυξάνεται το ενδιαφέρον για την Αθήνα
Η εγκατάσταση της Banque J. Safra Sarasin στην Αθήνα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα διεθνούς ενδιαφέροντος για τον ελληνικό χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η JPMorgan ανακοίνωσε την επέκταση των δραστηριοτήτων global corporate banking στην Ελλάδα, με επίκεντρο μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, διεθνή hedge funds εξετάζουν την ανάπτυξη παρουσίας στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι Millennium και Rokos φέρονται να προετοιμάζουν ή να διερευνούν σχετικές κινήσεις, ενώ και η Verition εξετάζει το ενδεχόμενο δημιουργίας γραφείου στην Αθήνα.
Ιδιαίτερες προοπτικές παρουσιάζει η ελληνική αγορά wealth management, μεγάλο μέρος της οποίας παραμένει αναξιοποίητο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων του κλάδου, μόλις το 10% του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών είναι τοποθετημένο σε επενδυτικά προϊόντα. Το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται περίπου στο 20% στην Πορτογαλία, στο 40%-50% στην Ισπανία και στο 60%-80% στη Βρετανία και τις ΗΠΑ.
Πάνω από 1 τρισ. ευρώ ο πλούτος των νοικοκυριών
Ο συνολικός πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών εκτιμάται ότι ξεπερνά πλέον το 1 τρισ. ευρώ. Τραπεζικά στελέχη υπολογίζουν ότι περισσότερα από 300 δισ. ευρώ θα μπορούσαν δυνητικά να ενταχθούν σε σχήματα επαγγελματικής διαχείρισης.
Τα τελευταία χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες έχουν διευρύνει τις συνεργασίες τους με μεγάλους διεθνείς επενδυτικούς οίκους. Η Alpha Bank συνεργάζεται με τις Partners Group και Schroders Capital, η Eurobank με τις Eurizon και JPMorgan και η Τράπεζα Πειραιώς με την Apollo. Παράλληλα, η Εθνική Τράπεζα, η CrediaBank και η Optima Bank έχουν αναπτύξει συνεργασίες με σειρά διεθνών asset managers.
Η άφιξη ξένων χρηματοπιστωτικών ομίλων στην Αθήνα δημιουργεί, ταυτόχρονα, νέες δυνατότητες προσέλκυσης διεθνών κεφαλαίων, τα οποία αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες σε μια οικονομία που τα τελευταία χρόνια καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

