Ένας καβγάς που καταλήγει σε μαχαίρωμα, μια σεξουαλική επίθεση, η στρατολόγηση σε συμμορίες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις: η βία με εμπλοκή νέων έχει πολλές μορφές και βαριές συνέπειες
Πίσω από τις υποθέσεις που φτάνουν στη δημοσιότητα βρίσκεται ένα διεθνές πρόβλημα, στο οποίο οι νέοι εμφανίζονται τόσο ως δράστες όσο και ως θύματα.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου 193.000 άνθρωποι ηλικίας 15 έως 29 ετών πέφτουν κάθε χρόνο θύματα ανθρωποκτονίας, αντιπροσωπεύοντας το 40% των θυμάτων παγκοσμίως. Η ανθρωποκτονία συγκαταλέγεται στις κυριότερες αιτίες θανάτου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, με τους άνδρες να αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την ηλικία των θυμάτων και δεν σημαίνουν ότι όλες οι συγκεκριμένες δολοφονίες διαπράττονται από νέους.
Το πρόβλημα εκτείνεται από τον εκφοβισμό και τις συμπλοκές έως τις σεξουαλικές επιθέσεις και τη βία των συμμοριών.
Οι συνέπειες μπορούν να συνοδεύουν τα θύματα για χρόνια, επηρεάζοντας την ψυχική υγεία, τις σχέσεις και την εκπαίδευσή τους.
Ωστόσο, η εικόνα διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών: τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δικαιολογούν τον γενικό ισχυρισμό ότι οι νέοι γίνονται παντού πιο βίαιοι. Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι την περίοδο 2000–2019 οι δείκτες ανθρωποκτονιών νέων μειώθηκαν στις περισσότερες χώρες.
Η έκθεση σε οικογενειακή βία, οι παραβατικές παρέες, η επιβλαβής χρήση αλκοόλ και οι κοινωνικές ανισότητες περιλαμβάνονται στους παράγοντες κινδύνου. Δεν προδιαγράφουν, όμως, την πορεία ενός ανθρώπου ούτε επαρκούν για να εξηγήσουν κάθε επίθεση.
Ξεχωριστή διάσταση έχει η πολιτικά υποκινούμενη βία. Οι κινητοποιήσεις και η ειρηνική διεκδίκηση αλλαγών δεν μπορούν να εξισώνονται με εγκληματικές ενέργειες.
Το Γραφείο του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα επισημαίνει ότι βίαιες εξτρεμιστικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται, μεταξύ άλλων, το αίσθημα αδικίας, την ανάγκη για ταυτότητα και ένταξη, αλλά και την προπαγάνδα, προκειμένου να προσελκύσουν νέους. Παράλληλα, προειδοποιεί κατά των γενικεύσεων: η μεγάλη πλειονότητα των νέων δεν εμπλέκεται στη βία, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει αποκλεισμό ή περιορισμένες ευκαιρίες.
Η αντιμετώπιση απαιτεί εφαρμογή του νόμου και πρόληψη: στήριξη οικογενειών, παρεμβάσεις στο σχολείο και εκπαίδευση στη διαχείριση θυμού και στην επίλυση συγκρούσεων. Το ζητούμενο είναι να περιοριστούν οι συνθήκες που ευνοούν τη βία, προστατεύοντας τα θύματα και δίνοντας στους νέους ουσιαστικές διεξόδους.

