Πριν γίνει ο «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού, ήταν καπετάνιος στα αλήθεια. Είχε σπουδάσει τη θάλασσα, είχε ταξιδέψει και είχε αναλάβει την ευθύνη ενός πλοίου. Αργότερα, το προσωνύμιο πέρασε από τη ναυτιλία στις εξέδρες και έγινε ο πιο αναγνωρίσιμος τρόπος να μιλά κανείς για τον Γιώργο Βαρδινογιάννη.
Ο θάνατός του, την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, κλείνει μια μακρά διαδρομή στις επιχειρήσεις και στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Στην ανακοίνωση της οικογένειας, όμως, οι δημόσιες ιδιότητες υποχωρούν μπροστά στις προσωπικές: ο άνθρωπος που αποχαιρετούν είναι πρωτίστως ο πατέρας και ο παππούς τους.
Από την Επισκοπή στις θάλασσες του κόσμου
Γεννημένος το 1936 στην Επισκοπή Ρεθύμνου, μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια, στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής. Σύμφωνα με το βιογραφικό που δημοσιοποίησαν οι δικοί του άνθρωποι, έφυγε στα δεκαπέντε του για την Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών και στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αγγλία για να σπουδάσει στο Σαουθάμπτον.
Ακολούθησε το Εμπορικό Ναυτικό και έγινε πλοίαρχος. Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με την ανάπτυξη των οικογενειακών ναυτιλιακών επιχειρήσεων, ενώ υπηρέτησε για δύο θητείες στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών. Πίσω από την κατοπινή αναγνωρισιμότητα του ποδοσφαιρικού παράγοντα υπήρχε αυτή η σταθερή ναυτική διαδρομή.
Το 1979 άρχισε ένα διαφορετικό ταξίδι
Η σχέση του με τον Παναθηναϊκό είχε ξεκινήσει πριν αναλάβει την προεδρία. Το καθοριστικό βήμα έγινε το 1979, όταν το ελληνικό ποδόσφαιρο περνούσε στον επαγγελματισμό και η οικογένεια Βαρδινογιάννη απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της νεοσύστατης ΠΑΕ, με δική του πρωτοβουλία.
Παρέμεινε πρόεδρος μέχρι το 2000. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, το πρόσωπό του συνδέθηκε με τις προσδοκίες, τις επιτυχίες και τις απογοητεύσεις του συλλόγου. Στη θητεία του ο Παναθηναϊκός κατέκτησε έξι πρωταθλήματα, εννέα Κύπελλα και τρία Σούπερ Καπ, φτάνοντας δύο φορές στα ημιτελικά της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης, το 1985 και το 1996.
Ήταν τα χρόνια του Σαραβάκου, του Ρότσα, του Βαζέχα και του Μπορέλι· ονόματα που, για τους φίλους της ομάδας, παραμένουν δεμένα με συγκεκριμένες Κυριακές και ευρωπαϊκές βραδιές. Στην προεδρία του πέρασαν επίσης προπονητές όπως ο Γιάτσεκ Γκμοχ και ο Ίβιτσα Όσιμ.
Ο πρόεδρος με τον ισχυρό χαρακτήρα
Η παρουσία του δεν υπήρξε ανέφελη. Διοίκησε με έντονα προσωπικό τρόπο, σαφή ιεραρχία και απαιτήσεις πειθαρχίας, προκαλώντας τόσο υποστήριξη όσο και αντιπαραθέσεις. Όπως καταγράφει το ΕΡΤnews, η εποχή του περιλάμβανε συγκρούσεις με οργανωμένους οπαδούς και διαμάχες στο εσωτερικό της παναθηναϊκής οικογένειας.
Σημαντικό αποτύπωμα άφησε η δημιουργία του αθλητικού κέντρου της Παιανίας το 1981. Οι εγκαταστάσεις, οι ακαδημίες και η πιο οργανωμένη καθημερινότητα της ομάδας αποτέλεσαν επένδυση με διάρκεια πέρα από έναν τίτλο ή μια μεταγραφική περίοδο.
Τον Μάιο του 2000 αποχώρησε από την προεδρία, παραδίδοντας τη διοίκηση στον ανιψιό του, Γιάννη Βαρδινογιάννη. Έκλεισε έτσι ένα κεφάλαιο που είχε διαρκέσει σχεδόν 21 χρόνια και είχε ταυτιστεί με μια ολόκληρη γενιά φιλάθλων.
Ο άνθρωπος πίσω από το προσωνύμιο
Στην προσωπική του ζωή ήταν πατέρας τριών παιδιών και παππούς δύο εγγονιών. Η οικογένειά του τον περιγράφει ως άνθρωπο δεμένο με τους δικούς του, με πίστη στον προσωπικό λόγο. Το ψάρεμα παρέμεινε αγαπημένη του ασχολία μέχρι τα τελευταία χρόνια — ένας δεσμός με τη θάλασσα που διατηρήθηκε πέρα από την επαγγελματική του σταδιοδρομία.
Και η σχέση με τον τόπο του παρέμεινε ζωντανή. Στον αποχαιρετισμό της, η ποδοσφαιρική Επισκοπή θυμήθηκε τη στήριξή του και την παρουσία του δίπλα στην ομάδα, ακόμη και σε εκτός έδρας αγώνες. Μια μικρότερη εικόνα από εκείνες των μεγάλων ευρωπαϊκών βραδιών, αλλά εξίσου προσωπική.
Η εξόδιος ακολουθία και η ταφή θα πραγματοποιηθούν σε στενό οικογενειακό κύκλο, σύμφωνα με την επιθυμία που ανακοίνωσαν οι οικείοι του. Ο δημόσιος αποχαιρετισμός ανήκει στους πολλούς που τον γνώρισαν ως «Καπετάνιο». Ο ιδιωτικός, στους ανθρώπους που τον φώναζαν πατέρα και παππού.

