Η ήττα των Ρεπουμπλικανών ανοίγει τη συζήτηση για τη διαδοχή του προέδρου – Το δύσκολο δίλημμα του Τζέι Ντι Βανς και ο ανταγωνισμός στους Δημοκρατικούς για την επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές μόλις ολοκληρώθηκαν, αλλά η επόμενη αναμέτρηση για τον Λευκό Οίκο έχει ήδη αρχίσει. Η απώλεια Βουλής και Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς μετατρέπει τα τελευταία δύο χρόνια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ σε διπλή δοκιμασία: για την ικανότητά του να κυβερνήσει απέναντι σε ένα εχθρικό Κογκρέσο και για την επιρροή του στην επιλογή του διαδόχου του.
Η «αρχή του τέλους» της εποχής Τραμπ, όπως περιγράφεται στην ανάλυση των New York Times, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά το τέλος του τραμπισμού. Ανοίγει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα: θα επιχειρήσουν οι Ρεπουμπλικανοί να συνεχίσουν την ίδια πολιτική με άλλο πρόσωπο ή θα αναζητήσουν διαφορετική κατεύθυνση;
Αντίστοιχα, οι Δημοκρατικοί καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν την αποδοκιμασία του προέδρου σε σταθερή εμπιστοσύνη προς το δικό τους κόμμα. Η νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές προσφέρει ευκαιρία επιστροφής στην εξουσία, όχι εγγύηση επικράτησης το 2028.
Ο Τραμπ φεύγει από το ψηφοδέλτιο, αλλά πόσο από το προσκήνιο;
Υπάρχει μια καθοριστική διαφορά σε σχέση με άλλες μεγάλες ήττες προέδρων στις ενδιάμεσες κάλπες: ο Τραμπ έχει ήδη εκλεγεί δύο φορές. Με βάση την 22η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, δεν μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος για τρίτη φορά. Επομένως, η προεδρική αναμέτρηση του 2028 ανοίγει υποχρεωτικά τον δρόμο σε άλλο πρόσωπο για το ρεπουμπλικανικό ψηφοδέλτιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο απερχόμενος πρόεδρος θα εγκαταλείψει τον έλεγχο του κόμματος. Η στήριξή του, η επιρροή του στη βάση του MAGA και η δυνατότητά του να καθορίζει τη δημόσια συζήτηση μπορούν να παραμείνουν σημαντικοί παράγοντες στην εσωκομματική αναμέτρηση.
Το μέγεθος της ήττας, ωστόσο, δημιουργεί περιθώριο αμφισβήτησης. Όσο περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί θεωρούν ότι η στενή ταύτιση με τον πρόεδρο δυσκολεύει την εκλογή τους, τόσο ισχυρότερο μπορεί να γίνει το αίτημα για αλλαγή προσώπων, ύφους ή προτεραιοτήτων. Πρόκειται για πιθανή εξέλιξη της εσωκομματικής σύγκρουσης, όχι για προεξοφλημένη απομάκρυνση από τον Τραμπ.
Το δίλημμα του Βανς: Συνέχεια ή αποστάσεις;
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη διαδοχή. Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε την ημέρα των εκλογών, το Council on Foreign Relations τον αντιμετώπιζε ως φαβορί για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα, επισημαίνοντας όμως τη δυσκολία των αντιπροέδρων να αποκτήσουν αυτόνομη πολιτική ταυτότητα χωρίς να συγκρουστούν με τον πρόεδρο που υπηρετούν.
Μετά την εκλογική αποδοκιμασία, αυτή η ισορροπία γίνεται δυσκολότερη. Ο Βανς χρειάζεται τη βάση του MAGA για να διεκδικήσει το χρίσμα. Για να κερδίσει, όμως, την προεδρία θα πρέπει να προσεγγίσει και ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν από την κυβέρνηση.
Πριν από τις κάλπες, η Washington Post κατέγραφε ότι ο ίδιος δεν είχε αποφασίσει εάν θα είναι υποψήφιος και ότι ο Τραμπ δεν του είχε δώσει δημόσια επίσημη στήριξη για το 2028. Παράλληλα, σημείωνε ότι ο Βανς αναγνώριζε ανησυχίες για το κόστος ζωής και τον πόλεμο με περισσότερο συμφιλιωτικό τόνο.
Το πολιτικό του πρόβλημα είναι σαφές: εάν υπερασπιστεί κάθε επιλογή της κυβέρνησης, κινδυνεύει να επωμιστεί τη φθορά της. Εάν διαφοροποιηθεί έντονα, μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση εκείνων των ψηφοφόρων που παραμένουν πιστοί στον Τραμπ.
Οι Δημοκρατικοί έχουν πολλούς διεκδικητές και καμία εύκολη απάντηση
Στο Δημοκρατικό Κόμμα, η προετοιμασία για το 2028 είχε αρχίσει πολύ πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Ταξίδια, συγκέντρωση χρημάτων και συμμετοχή στις εκστρατείες άλλων υποψηφίων λειτουργούσαν ήδη ως επένδυση στην επόμενη προεδρική αναμέτρηση.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που εξετάζονται ως πιθανοί διεκδικητές βρίσκονται οι κυβερνήτες Γκάβιν Νιούσομ της Καλιφόρνιας, Τζος Σαπίρο της Πενσιλβάνιας, Τζέι Μπι Πρίτσκερ του Ιλινόι και Άντι Μπεσίρ του Κεντάκι. Οι σχετικές κινήσεις και η συζήτηση γύρω από τα ονόματά τους δεν ισοδυναμούν με επίσημη ανακοίνωση υποψηφιότητας.
Η προετοιμασία αποτυπώνεται και στον εκλογικό χάρτη. Το Associated Press κατέγραψε διαδοχικές επισκέψεις πιθανών διεκδικητών στη Νότια Καρολίνα, μεταξύ των οποίων ο Μπεσίρ, ο Πρίτσκερ, ο γερουσιαστής Μαρκ Κέλι και ο Ραμ Εμάνουελ. Η στήριξη τοπικών υποψηφίων προσφέρει παράλληλα επαφές και αναγνωρισιμότητα για μια μελλοντική προεδρική εκστρατεία.
Πίσω από τον ανταγωνισμό των προσώπων βρίσκεται μια βαθύτερη διαφωνία: χρειάζονται οι Δημοκρατικοί έναν υποψήφιο που θα κινητοποιήσει δυναμικά την προοδευτική βάση ή κάποιον που θα προσελκύσει κεντρώους και δυσαρεστημένους Ρεπουμπλικανούς;
Η εκλογική νίκη μπορεί να ενισχύσει και τις δύο αναγνώσεις. Η εσωκομματική αντιπαράθεση ανάμεσα σε προοδευτικούς και μετριοπαθείς παραμένει ανοιχτή, ενώ η αποδοκιμασία του Τραμπ δεν εξαφανίζει τις επιφυλάξεις των ψηφοφόρων απέναντι στους Δημοκρατικούς.
Το 2027 θα είναι η πρώτη πραγματική δοκιμασία
Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στον έλεγχο της κυβέρνησης και στην αναζήτηση αποτελεσμάτων. Οι έρευνες μπορούν να υπηρετήσουν τη λογοδοσία. Από μόνες τους, όμως, δύσκολα απαντούν στις ανησυχίες για μισθούς, στέγαση και περίθαλψη.
Εδώ διαμορφώνεται και η πρώτη μεγάλη μάχη εντυπώσεων ενόψει του 2028. Ο Τραμπ θα μπορεί να αποδίδει τις καθυστερήσεις στους Δημοκρατικούς. Εκείνοι θα επιχειρούν να αποδείξουν ότι εμποδίζουν επιζήμιες αποφάσεις και προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις.
Η ένταση δεν αποκλείει επιμέρους συμφωνίες. Οικονομική βελτίωση ή ουσιαστική αποκλιμάκωση του πολέμου θα μπορούσαν να αλλάξουν ξανά το πολιτικό κλίμα. Αντίθετα, παρατεταμένη ακρίβεια και κυβερνητική δυσλειτουργία θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δυσαρέσκεια — χωρίς να είναι δεδομένο ποιο κόμμα θα χρεωθεί περισσότερο το κόστος.
Το πραγματικό διακύβευμα της διαδοχής
Η προεδρική αναμέτρηση του 2028 θα κρίνει περισσότερα από την επιλογή του επόμενου ενοίκου του Λευκού Οίκου. Στους Ρεπουμπλικανούς θα δοκιμαστεί εάν το πολιτικό μοντέλο του Τραμπ μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον ίδιο ως υποψήφιο. Στους Δημοκρατικούς, εάν μπορούν να διαμορφώσουν μια πλειοψηφία με κοινές προσδοκίες και διάρκεια.
Οι ενδιάμεσες κάλπες έδειξαν τι απορρίπτουν πολλοί Αμερικανοί σήμερα. Οι επόμενοι δύο χρόνοι θα δείξουν ποιος μπορεί να τους πείσει για το αύριο.

