Δυο συναυλίες στη Θεσσαλονίκη θύμισαν πως τα τραγούδια που άντεξαν απλώς μας κοιτούν να μεγαλώνουμε
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Πρώτα στο Θέατρο Γης, με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη και τον Νίκο Πορτοκάλογλου. Ύστερα στο Θέατρο Κήπου, με τον Κώστα Τουρνά και τον Διονύση Τσακνή. Δυο βραδιές που θα μπορούσαν εύκολα να καταχωριστούν στο ασφαλές συρτάρι της νοσταλγίας. Μόνο που η καλή νοσταλγία δεν είναι φωτογραφία σε σκονισμένο άλμπουμ. Μοιάζει περισσότερο με σπίρτο. Ανάβει κάτι που νόμιζες σβησμένο.
Ακούς την Πρωτοψάλτη να λέει «είμαστε ακόμα ζωντανοί» και ξαφνικά η φράση μεταμορφώνεται από ρεφρέν σε απογραφή ψυχής. Πόσοι είμαστε εδώ, πόσοι αντέξαμε, πόσοι περάσαμε κρίσεις, διαψεύσεις, νοσοκομεία, δουλειές που μας έλιωσαν, έρωτες που μας άφησαν με το παλτό στο χέρι, παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς να μας ρωτήσουν. Και όμως, μια φωνή από τη σκηνή μας μετρά ξανά. Ως επιζώντες κι όχι ως θεατές.
Ο Πορτοκάλογλου, από την άλλη, έχει αυτό το χάρισμα της ήρεμης βεβαιότητας. «Μην ψάχνεις πια αλλού, εδώ είναι το ταξίδι». Το ακούς και σκέφτεσαι πόσα χρόνια σπαταλήσαμε περιμένοντας να αρχίσει η κανονική ζωή. Κάπου αλλού, με άλλους όρους, με περισσότερα λεφτά, λιγότερο άγχος, λιγότερη φθορά. Και τελικά το ταξίδι ήταν τούτο: μια καλοκαιρινή νύχτα στη Θεσσαλονίκη, μια κιθάρα, μια παρέα, ένα κοινό που τραγουδά λίγο φάλτσα αλλά με το δίκιο του ανθρώπου που πλήρωσε εισιτήριο και μνήμη.
Στο Θέατρο Κήπου, ο Τσακνής γυρίζει τις πλάτες του στο μέλλον κι εμείς, που κάποτε νομίζαμε ότι το μέλλον θα μας περιμένει καλοντυμένο και ευγενικό, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι εννοεί. Το μέλλον ήρθε πολλές φορές σαν λογαριασμός, σαν ειδοποίηση, σαν έκτακτη είδηση. Ο Τουρνάς, με το «Άνθρωπε αγάπα», μοιάζει σχεδόν αφελής μέσα στην εποχή της καχυποψίας. Κι ακριβώς γι’ αυτό ακούγεται επίκαιρος. Η αθωότητα, όταν επιμένει, γίνεται μορφή γενναιότητας.
Αυτό είναι το ωραίο και το πικρό μαζί. Τα τραγούδια στέκονται ακόμη όρθια, σαν να γράφτηκαν χθες. Ωραίο, γιατί αποδεικνύει τη δύναμή τους. Πικρό, γιατί δείχνει πως οι αγωνίες μας δεν προχώρησαν πολύ. Αλλάξαμε συσκευές, ταχύτητες, πλατφόρμες, συνήθειες. Κρατήσαμε τις ίδιες ελλείψεις: αγάπη, αξιοπρέπεια, συντροφικότητα, μια μικρή βεβαιότητα ότι δεν ζήσαμε εντελώς λάθος.
Η ηλικία, βέβαια, έχει και μια κωμική δικαιοσύνη. Τραγουδάς στίχους επανάστασης, αλλά ψάχνεις ταυτόχρονα πού έβαλες τα γυαλιά σου. Χειροκροτείς με πάθος, αλλά σκέφτεσαι αν θα βρεις ταξί. Θέλεις encore, αρκεί να μην κρατήσει τόσο ώστε να σε πιάσει η μέση σου πριν από το φινάλε.
Η Θεσσαλονίκη στις συναυλίες έχει ένα δικό της τελετουργικό. Πάει, συγκινείται, τραγουδά, γκρινιάζει, χειροκροτεί, ξαναγκρινιάζει. Στο Θέατρο Κήπου, πάντως, η γκρίνια είχε βάση. Όταν ο χώρος γεμίζει πέρα από τα όρια της αντοχής του, η συναυλιακή εμπειρία γίνεται άσκηση επιβίωσης. Κατακαλόκαιρο, με κόσμο στριμωγμένο, δεν δοκιμάζεται μόνο η αγάπη για το τραγούδι αλλά και το ισχίο.
Ας μην παρεξηγηθούμε. Οι παλιοί μπαρμπαροκάδες διαθέτουν ψυχή, μνήμη, ρυθμό και πείσμα. Δεν είναι όμως υποχρεωμένοι να λικνίζονται όρθιοι σαν να βρέθηκαν κατά λάθος σε ρέιβ πάρτι στη Σαμοθράκη. Θέλουν να τραγουδήσουν, να συγκινηθούν, να γελάσουν, να κάνουν πως δεν κουράστηκαν και, ει δυνατόν, να καθίσουν. Δεν ζητούν πολυτέλειες. Μια καρέκλα ζητούν. Άντε και λίγο χώρο να αναπνεύσουν ανάμεσα στο «είμαστε ακόμα ζωντανοί» και στο «άνθρωπε αγάπα».
Παρά τη ζέστη και το στρίμωγμα, κάτι νικά στο τέλος. Μια φωνή, ένα ρεφρέν, μια παλιά φράση που βρίσκει νέο σώμα. Οι συναυλίες αυτές δεν μας γύρισαν απλώς πίσω αλλά μας έφεραν για λίγο στο παρόν με λιγότερη άμυνα. Μας θύμισαν ότι η μνήμη μερικές φορές είναι τρόπος να σταθείς όρθιος.
Ναι, είμαστε ακόμα ζωντανοί. Λίγο πιο ιδρωμένοι, λίγο πιο δύσπιστοι, λίγο πιο πιασμένοι στη μέση. Αλλά ζωντανοί. Και όσο ένα τραγούδι μπορεί να μας κάνει να το πιστέψουμε ξανά, εδώ είναι το ταξίδι.

