Η Ελλάδα είναι μία χώρα μικρομεσαίων και οικογενειακών επιχειρήσεων. Περισσότερο από το 99% των ελληνικών επιχειρήσεων ανήκει στην κατηγορία των ΜμΕ, ενώ η συντριπτική πλειονότητά τους έχει οικογενειακό χαρακτήρα. Πίσω από κάθε οικογενειακή επιχείρηση κρύβονται δεκαετίες επενδύσεων, εμπειρίας, σχέσεων εμπιστοσύνης με πελάτες και προμηθευτές, αλλά και πολύτιμη τεχνογνωσία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Παρ’ όλα αυτά, ενώ η Πολιτεία έχει δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό πλαίσιο για τις νεοφυείς επιχειρήσεις, δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει με την ίδια στρατηγική σημασία τη διαδοχή των οικογενειακών επιχειρήσεων.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Η διαδοχή δεν αποτελεί μια απλή μεταβίβαση περιουσίας. Είναι ουσιαστικά η «επανεκκίνηση» μιας επιχείρησης, η οποία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο επιχειρηματικό περιβάλλον, να ψηφιοποιηθεί, να υιοθετήσει νέες τεχνολογίες, να επενδύσει στην πράσινη μετάβαση και να αναπτύξει νέα επιχειρηματική στρατηγική. Με αυτή την έννοια, η μετάβαση από τη μία γενιά στην επόμενη αποτελεί μια μορφή επιχειρηματικής καινοτομίας που αξίζει αντίστοιχη θεσμική και φορολογική υποστήριξη.
Στην ΕΕ εκτιμάται ότι εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις αλλάζουν ιδιοκτησία κάθε χρόνο λόγω συνταξιοδότησης των ιδρυτών τους. Όταν η διαδοχή αποτυγχάνει, χάνονται βιώσιμες επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας και παραγωγικό κεφάλαιο. Το κόστος για την οικονομία είναι σημαντικότερο από την αποτυχία μιας νεοφυούς επιχείρησης, καθώς πρόκειται για επιχειρήσεις που ήδη παράγουν εισόδημα, εξάγουν προϊόντα, πληρώνουν φόρους και στηρίζουν την απασχόληση.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο. Τα επόμενα χρόνια χιλιάδες επιχειρηματίες πρώτης ή δεύτερης γενιάς θα αποχωρήσουν από την ενεργό επιχειρηματική δράση. Πολλές επιχειρήσεις κινδυνεύουν είτε να διακόψουν τη λειτουργία τους είτε να πωληθούν, επειδή η διαδικασία μετάβασης στη νέα γενιά παραμένει σύνθετη, δαπανηρή και χωρίς ουσιαστικά κίνητρα.
Αντίθετα, οι startups απολαμβάνουν φορολογικά κίνητρα, πρόσβαση σε ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία, συμμετοχή σε προγράμματα επιτάχυνσης, ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια και ευνοϊκές ρυθμίσεις για επενδυτές και εργαζόμενους. Πρόκειται για σωστή πολιτική, καθώς η καινοτομία αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης. Όμως η ίδια λογική πρέπει να εφαρμοστεί και στις οικογενειακές επιχειρήσεις που περνούν στη δεύτερη και τρίτη γενιά.
Η διαδοχή αποτελεί στην πράξη μια νέα επιχειρηματική εκκίνηση. Ο νέος επιχειρηματίας αναλαμβάνει την ευθύνη ενός οργανισμού που πρέπει να εκσυγχρονίσει, να επανασχεδιάσει και να οδηγήσει σε μια νέα εποχή ανάπτυξης. Συχνά επενδύει σε ψηφιακό μετασχηματισμό, νέες εγκαταστάσεις, ηλεκτρονικό εμπόριο, εξαγωγές και τεχνητή νοημοσύνη. Πρόκειται δηλαδή για επενδύσεις που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες μιας νεοφυούς επιχείρησης.
Για τον λόγο αυτόν, η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα «Family Business Successor», το οποίο θα παρέχει αντίστοιχα κίνητρα με εκείνα των startups. Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να προβλεφθούν φορολογικές απαλλαγές για επενδύσεις που πραγματοποιούνται τα πρώτα πέντε χρόνια μετά τη διαδοχή, υπεραποσβέσεις για ψηφιακό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω της ΕΑΤ, επιδότηση συμβουλευτικών υπηρεσιών για τη μετάβαση στη νέα διοίκηση, κίνητρα για την πρόσληψη εξειδικευμένων στελεχών, ειδικό πρόγραμμα mentoring από επιτυχημένους επιχειρηματίες δεύτερης και τρίτης γενιάς, προτεραιότητα στα επενδυτικά προγράμματα του ΕΣΠΑ και του Αναπτυξιακού Νόμου, φορολογικές διευκολύνσεις στις μεταβιβάσεις μετοχών και εταιρικών μεριδίων όταν διατηρούνται οι θέσεις εργασίας και η παραγωγική δραστηριότητα.
Παράλληλα, απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας. Η διαδοχή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως φορολογικό ή κληρονομικό ζήτημα. Είναι κυρίως ζήτημα επιχειρηματικής συνέχειας. Η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι όπου υπάρχουν οργανωμένα προγράμματα υποστήριξης της διαδοχής, αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα επιβίωσης των επιχειρήσεων, διατηρούνται περισσότερες θέσεις εργασίας και ενισχύεται η παραγωγική βάση της οικονομίας.
Για την Ελλάδα, η επιτυχής μετάβαση των οικογενειακών επιχειρήσεων στη νέα γενιά αποτελεί εθνικό αναπτυξιακό στόχο. Είναι πολύ πιο αποδοτικό να διατηρηθεί μία υγιής επιχείρηση που λειτουργεί επί δεκαετίες παρά να χρειαστούν χρόνια για να δημιουργηθεί μία νέα από την αρχή. Η οικονομία χρειάζεται τόσο τις δυναμικές startups όσο και τις ανθεκτικές οικογενειακές επιχειρήσεις που εξελίσσονται και εκσυγχρονίζονται.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς υποστηρίζει ότι η διαδοχή των οικογενειακών μικρομεσαίων επιχειρήσεων πρέπει να ενταχθεί στον πυρήνα της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας. Η δημιουργία ενός ειδικού θεσμικού πλαισίου με τα ίδια περίπου πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση· αποτελεί επένδυση στη διατήρηση της παραγωγικής βάσης, της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης και της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιδιώκει βιώσιμη ανάπτυξη και αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση της διαδοχής των οικογενειακών ΜμΕ μπορεί να αποδειχθεί μία από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις της επόμενης δεκαετίας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερες νέες επιχειρήσεις, χρειάζεται και περισσότερες επιτυχημένες επιχειρήσεις που θα συνεχίσουν να δημιουργούν αξία από γενιά σε γενιά. Ως εκ τούτου η διαδοχή στις οικογενειακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επένδυση με τα ίδια κίνητρα που απολαμβάνουν οι startups.

