Νέα πρόκληση της Άγκυρας για το Κυπριακό, καθώς η Τουρκία επανέφερε ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών τη θέση ότι η στρατιωτική επέμβαση του 1974 στην Κύπρο ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη», απορρίπτοντας παράλληλα τους όρους «εισβολή» και «κατοχή»
Η τουρκική πλευρά στρέφεται επίσης κατά της ελληνοκυπριακής πλευράς, την οποία κατηγορεί ότι «εκμεταλλεύεται την απουσία εκπροσώπησης των Τουρκοκυπρίων σε διεθνή φόρα», ενώ ασκεί έντονη κριτική και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το πρόσφατο ψήφισμά του σχετικά με τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 στις Κύπριες γυναίκες και κορίτσια.
Η νέα τοποθέτηση της Άγκυρας περιλαμβάνεται σε επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου, την οποία απέστειλε στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη, Αχμέτ Γιλντίζ. Με την επιστολή ζητείται το τουρκικό έγγραφο να κυκλοφορήσει ως επίσημο έγγραφο τόσο της Γενικής Συνέλευσης όσο και του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Στο παράρτημα της επιστολής περιλαμβάνεται κείμενο του Μουράτ Σοϊσάλ, εκπροσώπου του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους στη Νέα Υόρκη, ως απάντηση στις δηλώσεις του εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Στο ίδιο κείμενο επαναλαμβάνεται η τουρκική θέση ότι η στρατιωτική επέμβαση του 1974 ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη», ενώ απορρίπτεται κάθε αναφορά σε «τουρκική εισβολή» ή «κατοχή» της Κύπρου.
Παράλληλα, η τουρκική πλευρά επαναφέρει τη θέση περί ύπαρξης «δύο ξεχωριστών κρατών και δύο ξεχωριστών λαών» στην Κύπρο, αμφισβητώντας ουσιαστικά το πλαίσιο των έως σήμερα προσπαθειών για επίλυση του Κυπριακού.
Σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, οι προηγούμενες προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού έχουν αποτύχει. Ως εκ τούτου, υποστηρίζεται ότι μια «δίκαιη, διαρκής και βιώσιμη συμφωνία» μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια σχέση συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, στη βάση της «κυριαρχικής ισότητας» και του «ισότιμου διεθνούς καθεστώτος».
Η νέα τουρκική παρέμβαση στον ΟΗΕ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Κυπριακό παραμένει σε αναζήτηση διεξόδου, με τις διαφορετικές θέσεις των δύο πλευρών ως προς τη βάση της λύσης να εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

