Υπάρχει ένας πολιτικός χώρος στην Ελλάδα που μοιάζει λίγο με εκείνα τα ακίνητα που όλοι διεκδικούν, αλλά κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς τα όριά τους. Είναι το Κέντρο. Όλοι μιλούν εξ ονόματός του, όλοι το φλερτάρουν και όλοι θεωρούν ότι εκεί κρύβεται το εκλογικό κλειδί. Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότεροι το διεκδικούν, τόσο λιγότερο σαφές γίνεται τι ακριβώς είναι. Κι όμως, το Κέντρο υπάρχει. Και πιθανότατα είναι σήμερα ο πιο «πυκνοκατοικημένος» πολιτικός χώρος της χώρας.
- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου, Δημοσιογράφος
Μια έρευνα της Prorata που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2024 υπολόγιζε ότι περίπου 20% των Ελλήνων αυτοτοποθετείται στο Κέντρο, ενώ το 65% αυτών δεν αισθάνεται κομματικά ταυτισμένο και δηλώνει ανοιχτό να αλλάξει επιλογή. Στην ίδια έρευνα, η Νέα
Δημοκρατία διατηρούσε προβάδισμα στους κεντρώους, αλλά η απόσταση από το ΠΑΣΟΚ είχε αρχίσει να περιορίζεται.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο χαρακτηριστικό του νέου Κέντρου: δεν είναι κόμμα. Είναι εκλογική συμπεριφορά.
Δεν πρόκειται για μια συμπαγή ιδεολογική φυλή. Είναι περισσότερο ένα πλήθος ανθρώπων που έχουν κουραστεί από τις φυλές.
Είναι ο δημόσιος υπάλληλος που θέλει καλύτερο κράτος, αλλά δεν θέλει να ακούει για «επανάσταση». Είναι ο ελεύθερος επαγγελματίας που θέλει χαμηλότερους φόρους, αλλά και ένα κοινωνικό κράτος που να λειτουργεί. Είναι ο ιδιωτικός υπάλληλος που θέλει επενδύσεις και ανάπτυξη, αλλά αισθάνεται ότι ο μισθός του δεν ακολουθεί το κόστος ζωής.
Είναι ο νέος που θέλει να ταξιδεύει χωρίς σύνορα στην Ευρώπη, αλλά ανησυχεί για το ενοίκιο. Είναι ο μεγαλύτερος που θέλει ασφάλεια, αλλά δεν θέλει αυταρχισμό. Είναι ο επιχειρηματίας που θέλει λιγότερη γραφειοκρατία, αλλά δεν θεωρεί ότι κάθε κρατικός έλεγχος είναι εχθρός της ελευθερίας.
Και πάνω από όλα είναι ο ψηφοφόρος που δεν θέλει να του ζητούν να αγαπήσει ένα κόμμα για να του λύσουν ένα πρόβλημα.
Τα πρόσφατα δημοσκοπικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η μάχη για αυτό το ακροατήριο παραμένει ανοιχτή. Σε δημοσκόπηση της Marc το καλοκαίρι του 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρούσε προβάδισμα μεταξύ των κεντρώων ψηφοφόρων, ενώ η ίδια μέτρηση έδειχνε ότι το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν βρίσκεται τόσο στον σκληρό κομματικό της πυρήνα όσο στην προσπάθεια να ξανακερδίσει πιο ασταθείς κοινωνικές ομάδες.
Θέλει κυρίως κανονικότητα χωρίς στασιμότητα.
Δεν θέλει επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ούτε και ένα αβέβαιο μέλλον που παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Θέλει ανάπτυξη, αλλά να τη βλέπει στην τσέπη του. Θέλει μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι μεταρρυθμίσεις ως άλλοθι. Θέλει ισχυρή Ελλάδα στην Ευρώπη, αλλά όχι μια
Ελλάδα που απλώς ακολουθεί.
Και υπάρχει κάτι βαθύτερο: θέλει να αισθάνεται ότι το κράτος είναι δίκαιο.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο. Το Κέντρο δεν είναι απαραιτήτως «δεξιό» ή «αριστερό». Είναι βαθιά αντισυστημικό με έναν ήπιο τρόπο. Δεν θέλει να γκρεμίσει το σύστημα. Θέλει να λειτουργεί.
Ο διακεκριμένος πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεβ (πρόεδρος του Κέντρου για Φιλελεύθερες Στρατηγικές στη Σόφια, μόνιμος συνεργάτης στο IWM στη Βιέννη) έχει περιγράψει μια νέα ευρωπαϊκή κατηγορία ψηφοφόρων ως τη «λανθάνουσα πλειοψηφία»: ανθρώπους που δεν θεωρούν απαραίτητα ότι είναι οι σημερινοί χαμένοι, αλλά φοβούνται ότι μπορεί να είναι οι αυριανοί. Η ανασφάλεια αυτή δεν είναι μόνο οικονομική· είναι δημογραφική, πολιτισμική και κοινωνική.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και ένα κομμάτι του ελληνικού Κέντρου.
Φοβάται δύο πράγματα ταυτόχρονα. Φοβάται την ακυβερνησία και φοβάται την αλαζονεία της εξουσίας. Φοβάται την επιστροφή στις χειρότερες στιγμές της κρίσης, αλλά φοβάται επίσης ένα κράτος που θεωρεί ότι επειδή κέρδισε τις εκλογές απέκτησε λευκή επιταγή. Φοβάται την ακρίβεια, αλλά και τον λαϊκισμό. Την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, αλλά και την ξενοφοβία. Την πολιτική αστάθεια, αλλά και την υπερσυγκέντρωση εξουσίας. Την επιστροφή των παλιών κομματικών μηχανισμών, αλλά και την ιδέα ότι οι τεχνοκράτες μπορούν να αποφασίζουν τα πάντα.
Ο ιστορικός ιδεών και καθηγητής Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Κολούμπια Μαρκ Λίλα υποστηρίζει ότι η σύγχρονη φιλελεύθερη πολιτική έχασε την ικανότητα να μιλά για το «μαζί» και εγκλωβίστηκε υπερβολικά στις επιμέρους ταυτότητες. Για τον ίδιο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια συμμαχία κοινωνικών ομάδων, αλλά μια πολιτική αφήγηση που να μπορεί να πείσει διαφορετικούς ανθρώπους ότι μοιράζονται ένα κοινό μέλλον.
Αυτό ακριβώς αναζητά και το ελληνικό Κέντρο.
Όχι άλλον έναν πολιτικό που θα του πει ότι είναι «μεσαίος». Κάποιον που θα του εξηγήσει προς τα πού πηγαίνει η χώρα. Για αυτό και η σημερινή μάχη δεν είναι τελικά ποιος θα βάλει το ταμπελάκι «Κέντρο» στην πόρτα του. Είναι ποιος θα μπορέσει να εκφράσει την ανάγκη αυτών των ανθρώπων για μια Ελλάδα πιο πλούσια χωρίς να γίνει απάνθρωπη, πιο ασφαλή χωρίς να γίνει φοβική, πιο φιλελεύθερη χωρίς να γίνει ασύδοτη και πιο κοινωνική χωρίς να ξαναγυρίσει στις παλιές παθογένειες. Το Κέντρο δεν είναι ένας τόπος ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Είναι οι άνθρωποι που στέκονται εκεί, λίγο κουρασμένοι, λίγο φοβισμένοι, αλλά ακόμη με την ελπίδα ότι η πολιτική μπορεί να κάνει τη ζωή τους λίγο καλύτερη. Δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν να ξαναπιστέψουν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη, αλλά και η πιο δύσκολη ψήφος της εποχής μας.

