Κάποια μέρα ίσως απροσδόκητα, έρχεται μια ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος αποκτά ξαφνικά δύο βεβαιότητες: ότι η μέση του πονάει χωρίς λόγο και ότι ο κόσμος έχει πάρει την κάτω βόλτα.
Το δεύτερο είναι συνήθως σοβαρότερο.
Η συζήτηση που άνοιξε μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη και ιδιαίτερα οι αναρτήσεις της Αφροδίτης Μάνου ξεπέρασαν πολύ γρήγορα τον ίδιο τον Μαζωνάκη. Και ευτυχώς. Γιατί το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο αν άρεσε ή δεν άρεσε σε μία σπουδαία τραγουδίστρια – ή τραγουδοποιό – ένας άλλος τραγουδιστής.
Βρίσκεται σε εκείνη τη μικρή, ύπουλη φράση που συνοδεύει σχεδόν κάθε αφήγηση περί πολιτισμού τα τελευταία εκατό χρόνια:
«Κάποτε υπήρχαν μεγέθη».
Κάποτε.
Η μαγική χώρα όπου όλα ήταν καλύτερα.
Εκεί ζούσαν οι μεγάλοι ποιητές, οι μεγάλοι συνθέτες, οι μεγάλοι πολιτικοί, οι μεγάλοι έρωτες, οι μεγάλες παρέες.
Τα καρπούζια είχαν γεύση, οι άνθρωποι ήξεραν να αγαπούν και κανείς προφανώς δεν πάρκαρε σε ράμπα αναπήρων.
Έπειτα ήρθαμε εμείς και τα γαμήσαμε όλα.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: αυτήν ακριβώς την ιστορία την έλεγαν και τότε.
Κάθε γενιά παραλαμβάνει έναν κόσμο που θεωρεί χυδαίο, τον εξευγενίζει στη μνήμη της και είκοσι χρόνια αργότερα τον παραδίδει στους επόμενους ως Παρθενώνα.
Τα εξήντα και τα εβδομήντα, που σήμερα τα κοιτάμε σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία του Κλεισθένη με μουσική Χατζιδάκι, δεν ήταν ακριβώς ένα ατελείωτο πολιτιστικό συμπόσιο.
Υπήρχε και σαβούρα. Υπήρχε ευτέλεια. Υπήρχε εμπορικότητα. Υπήρχε μίμηση, αντιγραφή, μόδα, εύκολο σουξέ, πίστα, μελόδραμα και καλλιτεχνικός καθωσπρεπισμός.
Απλώς η σαβούρα πέθανε και ξεχάστηκε.
Οι καλοί έμειναν.
Αυτό είναι το μεγάλο κόλπο της νοσταλγίας: συγκρίνει τα καλύτερα πενήντα τραγούδια μιας ολόκληρης εικοσαετίας με ό,τι παίζει σήμερα το πρωί στο TikTok.
Ε, έτσι κερδίζει πάντα το παρελθόν.
Και ποιος ακριβώς αποφάσισε κάποτε ότι υπάρχει μουσική με λευκό γάντι και μουσική που πρέπει να μπαίνει από την πίσω πόρτα;
Ο Μπουρντιέ αφιέρωσε ολόκληρη κοινωνιολογία σ’ αυτήν την υπόθεση: το «καλό γούστο» δεν πέφτει από τον ουρανό με θεϊκή σφραγίδα. Συνδέεται με τάξεις, παιδεία, κοινωνικό κύρος και με την ανάγκη μας να ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας από τους άλλους. Το τι ονομάζεται «υψηλό» και τι «χαμηλό» πολιτιστικά δεν είναι τόσο αθώο όσο νομίζουμε.
Με απλά ελληνικά: πολλές φορές δεν λέμε «αυτό δεν μου αρέσει».
Λέμε «αυτό δεν είναι τέχνη».
Γιατί το δεύτερο μας κάνει να αισθανόμαστε λίγο ψηλότεροι.
Και φτάνουμε στον Μανώλη Αγγελόπουλο.
Το 1959 τραγουδούσε τη «Φαρίντα», με εκείνον τον εξωτικό φελλάχο που θρηνεί στην έρημο την αγαπημένη του. Σήμερα μπορεί κάποιος να διαβάσει τους στίχους και να χαμογελάσει. Μπορεί να τους βρει αφελείς, κιτς, μελοδραματικούς. Το τραγούδι, παρεμπιπτόντως, ήταν του Βασίλη Τσιτσάνη και ηχογραφήθηκε με τον Αγγελόπουλο τον Οκτώβριο του 1959.
Και λοιπόν;
Μειώνει αυτό τον Αγγελόπουλο;
Τον άνθρωπο που στάθηκε απέναντι στην παντοδυναμία του Καζαντζίδη και κατάφερε να χωρίσει μια χώρα σε «καζαντζιδικούς» και «αγγελοπουλικούς»;
Η ίδια η ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού τον έχει τοποθετήσει εκεί όπου ανήκει.
Άρα μήπως η τέχνη είναι λίγο πιο περίπλοκη από τον κατάλογο του καλού παιδιού που κρατάμε στο συρτάρι;
Μήπως ένας μεγάλος τραγουδιστής δικαιούται και τη «Φαρίντα» του;
Μήπως ένας μεγάλος ποιητής δικαιούται και ένα μέτριο ποίημα;
Και μήπως, διάολε, δικαιούται κι ο ακροατής να μη δίνει εξετάσεις αισθητικής κάθε φορά που βάζει ένα τραγούδι;
Εγώ, λοιπόν, διεκδικώ το δικαίωμα να ακούω Θανάση Παπακωνσταντίνου και Μαζωνάκη χωρίς να με επισκέπτεται η πολιτιστική αστυνομία.
Να μερακλώνω με την «Ανδρομέδα» και το «Μιλώ για σένα» και, την άλλη ώρα, με το «Ανήκω σε μένα» ή το «Παιδί της νύχτας».
Να περνάω από το Love, Reign O’er Me των Who στο Perfect του Ed Sheeran, από το Always on My Mind του Elvis στο Ti lascerò των Fausto Leali και Anna Oxa.
Και αν αυτό συνιστά πολιτιστική σύγχυση, θα την υποστώ γενναία.
Χωρίς θεραπεία.
Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι η σύγχρονη κοινωνιολογία του πολιτισμού έχει περιγράψει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: από τον παλιό «σνομπ» που όφειλε να καταναλώνει αποκλειστικά υψηλή τέχνη, στον πολιτισμικό «omnivore», τον άνθρωπο που κινείται με μεγαλύτερη άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά είδη και κώδικες.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται κάτι πολύ πιο υγιές από τις παλιές καθαρότητες.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ραδιοφωνικός σταθμός με συγκεκριμένο playlist, αλλά βιογραφία.
Άλλα τραγούδια τα θαυμάζει.
Άλλα τον μορφώνουν.
Άλλα τον κάνουν να κλαίει.
Άλλα τον βρίσκουν στις τέσσερις το πρωί με δύο ποτά παραπάνω και του λένε κάτι που ο Σεφέρης, με όλο τον σεβασμό, εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν μπορεί να του πει.
Τάχα αυτό συνιστά ήττα του πολιτισμού;
Ίσα ίσα είναι η λειτουργία του.
Και ίσως γι’ αυτό ο Σταύρος Ξαρχάκος, ένας άνθρωπος που δύσκολα θα κατηγορηθεί για έλλειψη μουσικού μέτρου, αποχαιρέτησε τον Μαζωνάκη ως λαϊκό είδωλο που μπορούσε να μετατρέπει το λαϊκό τραγούδι σε προσωπική εξομολόγηση.
Δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς.
Αλλά καλό είναι να προβληματιστεί πριν αποφανθεί ότι ο λαός ξέπεσε επειδή θρήνησε λάθος άνθρωπο.
Γιατί υπάρχει κάτι βαθιά αλαζονικό στην ιδέα ότι ο κόσμος οφείλει να συγκινείται σύμφωνα με έναν εγκεκριμένο τιμοκατάλογο πολιτισμού.
Λαϊκό προσκύνημα στον Σεφέρη; Ευγενές.
Στον αγαπημένο τραγουδιστή του ταξιτζή, της κομμώτριας, του καθηγητή, του φοιτητή, του τύπου που γύριζε σπίτι ξημερώματα και είχε κάποιο τραγούδι του Μαζωνάκη να του κάνει παρέα;
Εκεί αρχίζουν οι ενστάσεις.
Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι ο λαϊκός πολιτισμός.
Δεν διορίζεται.
Δεν περνάει από επιτροπή.
Δεν χρειάζεται πιστοποιητικό φρονημάτων ούτε πτυχίο αισθητικής.
Τον αποφασίζουν εκατομμύρια μικρές ιδιωτικές στιγμές.
Ένα τραγούδι στο αυτοκίνητο.
Ένας χωρισμός.
Ένα ξενύχτι.
Ένας γάμος.
Ένα καλοκαίρι.
Μια γυναίκα που έφυγε.
Ένας άντρας που δεν γύρισε. Μια παρέα που διαλύθηκε.
Κι ύστερα ο καλλιτέχνης πεθαίνει και όλοι αυτοί δεν πενθούν μόνο εκείνον.
Πενθούν λίγο και τον εαυτό τους.
Εκείνον που ήταν όταν τον άκουγε.
Αυτό είναι που συχνά δεν καταλαβαίνουν οι ιερείς του «καλού γούστου».
Και, για να είμαστε δίκαιοι, θα πάθουμε κι εμείς ακριβώς το ίδιο.
Σε είκοσι χρόνια θα καθόμαστε σε κάποιο καφενείο – όσοι έχουμε γλιτώσει από χοληστερίνες, αλγόριθμους και τεχνητές νοημοσύνες – και θα λέμε:
«Πού είναι, ρε παιδιά, οι εποχές του Μαζωνάκη; Τότε υπήρχαν τραγουδιστές».
Κάποιος τριαντάχρονος θα μας κοιτάξει όπως κοιτάς έναν παππού που επιμένει ότι η δραχμή ήταν καλύτερη επειδή ο καφές έκανε πενήντα δραχμές.
Και θα έχει δίκιο.
Γιατί το παρελθόν δεν ήταν καλύτερο.
Ήμασταν εμείς νεότεροι.
Κι αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.

