Φυτική διατροφή με χαμηλά λιπαρά συνδέθηκε με μείωση του ηπατικού λίπους κατά 33%, βελτίωση της γλυκόζης και χαμηλότερη χοληστερόλη. Τι έδειξε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο BMJ Open Diabetes Research & Care και ποιοι είναι οι περιορισμοί των ευρημάτων.
Απώλεια βάρους κατά μέσο όρο 6 κιλών, σημαντική μείωση του λίπους στο ήπαρ και βελτίωση βασικών μεταβολικών δεικτών κατέγραψαν ερευνητές σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι ακολούθησαν για 16 εβδομάδες μια αποκλειστικά φυτική διατροφή χαμηλών λιπαρών.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προγράμματος ήταν ότι οι συμμετέχοντες δεν χρειάστηκε να μετρούν θερμίδες ή να ζυγίζουν τις μερίδες τους. Αντίθετα, ακολούθησαν συγκεκριμένες οδηγίες για την επιλογή των τροφίμων και τη σύνθεση των γευμάτων τους.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Open Diabetes Research & Care και πραγματοποιήθηκε από ερευνητές της Physicians Committee for Responsible Medicine (PCRM), σε συνεργασία με την Ιατρική Σχολή του Γέιλ, σύμφωνα με το Medical Xpress.
Τι περιλάμβανε η διατροφή των συμμετεχόντων
Το διατροφικό πρόγραμμα βασίστηκε σε λαχανικά, όσπρια, φρούτα και δημητριακά ολικής άλεσης, αποκλείοντας τα ζωικά προϊόντα και περιορίζοντας σημαντικά την πρόσληψη λιπαρών.
Η κατανομή της ενέργειας από τα τρόφιμα είχε σχεδιαστεί ώστε περίπου το 75% να προέρχεται από υδατάνθρακες, το 15% από πρωτεΐνες και το 10% από λίπος.
Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να τρώνε μέχρι να αισθανθούν χορτάτοι, χωρίς να έχουν συγκεκριμένο ημερήσιο στόχο θερμίδων.
Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με την Hana Kahleova, κύρια συγγραφέα της μελέτης και διευθύντρια κλινικής έρευνας στην PCRM, μπορεί να διευκολύνει όσους δυσκολεύονται να καταγράφουν καθημερινά την ενεργειακή τους πρόσληψη και να ελέγχουν τις μερίδες τους.
Ωστόσο, η απουσία συγκεκριμένου θερμιδικού περιορισμού δεν σημαίνει ότι η συνολική πρόσληψη ενέργειας παρέμεινε ίδια. Η μείωση των θερμίδων που καταναλώνονταν ενδέχεται να συνέβαλε στην απώλεια βάρους.
Απώλεια 6 κιλών και μείωση του ηπατικού λίπους κατά 33%
Στο τέλος των 16 εβδομάδων, οι συμμετέχοντες είχαν χάσει κατά μέσο όρο 6 κιλά, ποσότητα που αντιστοιχούσε στο 6,6% του αρχικού σωματικού τους βάρους.
Από τη συνολική απώλεια, περίπου 4,2 κιλά αφορούσαν λιπώδη μάζα. Παράλληλα, μειώθηκε το σπλαχνικό λίπος, το οποίο συσσωρεύεται στην κοιλιακή χώρα γύρω από τα εσωτερικά όργανα και συνδέεται με αυξημένο μεταβολικό κίνδυνο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η μείωση του ηπατικού λίπους κατά περίπου 33%, εύρημα που υποδηλώνει σημαντική μεταβολή στην αποθήκευση λίπους στο ήπαρ κατά τη διάρκεια της παρέμβασης.
Καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης και βελτίωση της χοληστερόλης
Οι μεταβολές δεν περιορίστηκαν στο σωματικό βάρος. Οι ερευνητές κατέγραψαν βελτίωση σε δείκτες που σχετίζονται με τη δράση της ινσουλίνης και τη λειτουργία των κυττάρων του παγκρέατος που την παράγουν.
Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν:
- Μείωση της HbA1c: Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη υποχώρησε κατά μία ποσοστιαία μονάδα, δείχνοντας βελτίωση στον μέσο έλεγχο της γλυκόζης.
- Μεγαλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη: Οι μετρήσεις έδειξαν βελτίωση στην ανταπόκριση του οργανισμού στην ορμόνη που ρυθμίζει το σάκχαρο.
- Βελτίωση της λειτουργίας των β κυττάρων: Καταγράφηκαν θετικές μεταβολές στην απόκριση των κυττάρων του παγκρέατος στη γλυκόζη.
- Μείωση της χοληστερόλης: Πτώση σημειώθηκε τόσο στην ολική όσο και στην LDL χοληστερόλη, γνωστή ως «κακή» χοληστερόλη.
- Περιορισμός των AGEs: Μειώθηκε η συσσώρευση τελικών προϊόντων προχωρημένης γλυκοζυλίωσης, ενώσεων που συνδέονται με μεταβολικές διαταραχές.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η συγκεκριμένη διατροφική παρέμβαση συνοδεύτηκε από βελτιώσεις σε πολλαπλές παραμέτρους που σχετίζονται με τον μεταβολισμό.
Τι δεν αποδεικνύει η μελέτη
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ζητήματα που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Ένα βασικό ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό οι μεταβολές στη γλυκόζη, στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και στο ηπατικό λίπος οφείλονται στη σύνθεση της διατροφής και σε ποιον βαθμό συνδέονται με την απώλεια βάρους.
Επιπλέον, η διάρκεια των 16 εβδομάδων δεν αρκεί για να διαπιστωθεί αν οι συμμετέχοντες θα διατηρήσουν τις νέες διατροφικές συνήθειες και τα οφέλη σε βάθος χρόνου. Η μελέτη, επίσης, δεν αποδεικνύει ότι μια vegan διατροφή είναι αποτελεσματικότερη από άλλες οργανωμένες διατροφικές παρεμβάσεις για τον διαβήτη τύπου 2.
Το επόμενο βήμα είναι η διεξαγωγή μεγαλύτερων και μακροχρόνιων συγκριτικών μελετών, ώστε να αποσαφηνιστεί ποιοι ασθενείς ωφελούνται περισσότερο και αν τα αποτελέσματα διατηρούνται.
Σημαντικό: Τα ευρήματα αφορούν συγκεκριμένη διατροφική παρέμβαση και δεν αποτελούν σύσταση για αυθαίρετη αλλαγή της διατροφής ή της φαρμακευτικής αγωγής. Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 θα πρέπει να συζητούν σημαντικές διατροφικές αλλαγές με τον θεράποντα γιατρό ή τον διαιτολόγο τους.

