Μια γυναίκα μπορεί να εργάζεται περισσότερα χρόνια, να διαθέτει υψηλή εξειδίκευση, να αναλαμβάνει σημαντικές ευθύνες και παρ’ όλα αυτά να αμείβεται λιγότερο ή και να αντιμετωπίζει εμπόδια στην επαγγελματική της εξέλιξη. Μπορεί ακόμη να χρειάζεται να αποδεικνύει διαρκώς την αξία της ή να βλέπει τις ευκαιρίες σταδιοδρομίας της να περιορίζονται όταν δημιουργεί οικογένεια, παρά τα ευχολόγια για την αναγκαία δημογραφική ανάκαμψη της χώρας.
- της Δρα Ζέφης Δημαδάμα, Λέκτορας, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας, τ. γενική γραμματέας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Αυτή είναι μια πραγματικότητα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με επιπτώσεις στην οικονομική τους ανεξαρτησία, στις επαγγελματικές επιλογές και τελικά στην ποιότητα ζωής τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024, στην Ελλάδα η διαφορά στις μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές γυναικών και ανδρών διαμορφώθηκε στο 13,4%, έναντι 11,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται επιμέρους δεδομένα, τα οποία δεν μπορεί να αγνοηθούν, όπως η συγκέντρωση των γυναικών σε χαμηλότερα αμειβόμενους κλάδους, η διακοπή της επαγγελματικής πορείας λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, η δυσκολία πρόσβασης σε διευθυντικές θέσεις και τα στερεότυπα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εργασιακές σχέσεις.
Ταυτόχρονα, οι χαμηλότερες αποδοχές των γυναικών οδηγούν σε μικρότερη αποταμίευση, οικονομική ανασφάλεια και χαμηλότερες συντάξεις, ενισχύοντας τον κίνδυνο φτώχειας των γυναικών, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2023/970 για τη μισθολογική διαφάνεια στην ελληνική νομοθεσία, με τον Νόμο 5316/2026, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή την 1η Νοεμβρίου 2026, αποτελεί σημαντική θεσμική παρέμβαση.
Με την υιοθέτηση της Οδηγίας αυτής οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες για μια θέση εργασίας θα πρέπει να ενημερώνονται για τον αρχικό μισθό ή το μισθολογικό εύρος της, ενώ οι εργοδότες δεν θα μπορούν να ζητούν πληροφορίες για προηγούμενες αποδοχές. Παράλληλα, ενισχύεται το δικαίωμα πρόσβασης σε συγκριτικά μισθολογικά στοιχεία, με σεβασμό στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις προβλέπεται, επίσης, υποχρέωση περιοδικής υποβολής στοιχείων για τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν η ελληνική αγορά εργασίας είναι πραγματικά έτοιμη να εφαρμόσει αυτές τις αλλαγές.
Σε μια οικονομία όπου κυριαρχούν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, η μετάβαση απαιτεί ενημέρωση, τεχνική υποστήριξη και αποτελεσματική εποπτεία. Η ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, η συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες.
Και αυτό γιατί δεν αρκεί μόνο η νομοθετική παρέμβαση για την ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες δημόσιες δομές φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων, στήριξη της γυναικείας απασχόλησης, μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών σε θέσεις ευθύνης και εργασιακές συνθήκες που επιτρέπουν τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Ιδιαίτερα σε μια χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρή δημογραφική πρόκληση, είναι αντιφατικό να ζητούμε από τις γυναίκες να δημιουργήσουν οικογένεια, χωρίς να διασφαλίζουμε ότι η μητρότητα δεν θα λειτουργεί ως παράγοντας επαγγελματικής και οικονομικής υποβάθμισης.
Άλλωστε, η ίση αμοιβή δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες. Συνδέεται με την κοινωνική συνοχή, την παραγωγικότητα και τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Μια οικονομία που δεν αξιοποιεί ισότιμα το ανθρώπινο δυναμικό της περιορίζει τις ίδιες τις προοπτικές της.
Η εφαρμογή του νέου νόμου αποτελεί, επομένως, μια ακόμη δοκιμασία για την ελληνική Πολιτεία. Τα κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν αφορούν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών, τη δυνατότητα των εργαζομένων να διεκδικούν τα δικαιώματά τους χωρίς τον φόβο, καθώς και την ουσιαστική αντιμετώπιση των αδικαιολόγητων μισθολογικών διαφορών, ώστε η εφαρμογή του νόμου να μην περιοριστεί σε μια διαδικασία τυπικής γραφειοκρατικής συμμόρφωσης.
Γιατί το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα δεν είναι να αποκτήσει ακόμη έναν νόμο για την ισότητα, αλλά να διασφαλίσει την ουσιαστική εφαρμογή του με αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας, που θα εγγυώνται ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για όλες και όλους.

