Οι διαφωνίες που εκδηλώθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής της ΕE προκαλούν έντονο προβληματισμό στον επιχειρηματικό κόσμο. Πίσω από τις αντιπαραθέσεις για την ενέργεια, τα δικαιώματα εκπομπών και τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό βρίσκεται ένα ουσιαστικό ερώτημα, εάν μπορεί η Ευρώπη να προστατεύσει έγκαιρα την παραγωγή, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή της. Για τις επιχειρήσεις, η απάντηση καθορίζει καθημερινές αποφάσεις για τιμές, επενδύσεις, προσλήψεις, ακόμη και επιβίωση.
- του Βασίλη Κορκίδη, πρόεδρος ΕΒΕΠ
Η αντιπαράθεση για το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ανέδειξε διαφορετικές οικονομικές αφετηρίες. Η Ελλάδα, η Ιταλία και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης πίεσαν για προσαρμογές, προβάλλοντας την ανάγκη περιορισμού της ενεργειακής επιβάρυνσης. Οι σκανδιναβικές χώρες υπερασπίστηκαν τη σταθερότητα του συστήματος, ανησυχώντας για τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια. Η διαφωνία αφορά επομένως τόσο την άμεση ανακούφιση όσο και την κατανομή του κόστους της μετάβασης.
Υπήρξε συμβιβασμός στα συμπεράσματα, με αναφορά σε συντονισμένα, στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, καθώς και σε επανεκτίμηση των επιπτώσεων του ETS. Δεν αποφασίστηκε, όμως, η αναβολή του έως το 2030 που ζητούσαν ορισμένες κυβερνήσεις. Συνεπώς, η εικόνα δεν είναι πλήρης απουσία συμφωνίας. Είναι η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική αναγνώριση του προβλήματος και στην εξασφάλιση συγκεκριμένης, άμεσα αισθητής ανακούφισης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η πρώτη ανησυχία αφορά ακριβώς τον χρόνο, αφού οι ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις θα εξελίσσονται μέχρι τον Δεκέμβριο με διαδικασίες, συμβιβασμούς, ενώ οι λογαριασμοί πληρώνονται κάθε μήνα. Μια επιχείρηση χρειάζεται σήμερα να γνωρίζει πόσο θα κοστίσουν ηλεκτροδότηση, θέρμανση και μεταφορές. Όταν αυτή η εικόνα απουσιάζει, δυσκολεύεται να καταρτίσει προϋπολογισμό, να δεσμευτεί σε παραγγελίες και να διαμορφώσει ανταγωνιστικές τιμές χωρίς να υπονομεύσει τη βιωσιμότητά της.
Η δεύτερη ανησυχία είναι η δημιουργία μιας Ευρώπης άνισων δυνατοτήτων στήριξης. Η διευκόλυνση των κρατικών ενισχύσεων μπορεί να προσφέρει αναγκαία εργαλεία, αλλά δεν εξασφαλίζει ότι όλα τα κράτη διαθέτουν αντίστοιχους πόρους. Εάν η προστασία εξαρτηθεί κυρίως από την οικονομική ισχύ κάθε εθνικού προϋπολογισμού, οι επιχειρήσεις θα ανταγωνίζονται υπό διαφορετικούς όρους. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει κίνδυνο διεύρυνσης του ανταγωνιστικού μειονεκτήματος μέσα στην ίδια την ενιαία αγορά.
Τρίτη ανησυχία αποτελεί η διπλή πίεση στο κόστος και στη ζήτηση. Η ακριβή ενέργεια αυξάνει τις λειτουργικές δαπάνες των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα απορροφά μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Ο καταναλωτής περιορίζει αγορές, ο έμπορος βλέπει μικρότερη κίνηση και ο προμηθευτής αντιμετωπίζει καθυστερήσεις πληρωμών. Έτσι, μια ενεργειακή διαταραχή μπορεί να εξελιχθεί σε πρόβλημα ρευστότητας για ολόκληρη την αγορά, ακόμη και για επιχειρήσεις με περιορισμένη άμεση κατανάλωση ενέργειας.
Η τέταρτη ανησυχία συνδέεται με την επενδυτική αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται σταθερούς κανόνες για να επενδύσουν σε εξοπλισμό, εξοικονόμηση και καθαρή παραγωγή. Οι συνεχείς αντιπαραθέσεις για μελλοντικές επιβαρύνσεις και εξαιρέσεις δυσκολεύουν τον σχεδιασμό. Παράλληλα, μια μικρή μονάδα χωρίς χρηματοδότηση ή πρόσβαση στο δίκτυο δεν μπορεί να ανταποκριθεί με την ίδια ταχύτητα μιας μεγάλης. Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται προβλεψιμότητα και πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής για όλους.
Πέμπτη πηγή προβληματισμού είναι οι διαφωνίες για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034. Οι διαφορετικές θέσεις για το ύψος των δαπανών και τη χρηματοδότηση της συνοχής και της γεωργίας δείχνουν πόσο δύσκολη παραμένει η ιεράρχηση των κοινών αναγκών. Ενδεχόμενη καθυστέρηση της συμφωνίας θα μπορούσε να δυσκολέψει την έγκαιρη προετοιμασία των επόμενων προγραμμάτων. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται συνέχεια στη χρηματοδότηση, ειδικά όταν καλούνται ταυτόχρονα να εκσυγχρονιστούν και να αντέξουν αλλεπάλληλες κρίσεις.
Υπάρχει, τέλος, μια ευρύτερη ανησυχία: η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην ευρωπαϊκή αποτελεσματικότητα. Όταν πολίτες και επιχειρήσεις βλέπουν το πρόβλημα να αναγνωρίζεται επανειλημμένα, χωρίς ανάλογη βελτίωση στην καθημερινότητά τους, ενισχύεται η απογοήτευση. Η οικονομική ανασφάλεια δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για εθνικές περιχαρακώσεις και εύκολες υποσχέσεις. Η ευρωπαϊκή συνοχή απαιτεί χειροπιαστά αποτελέσματα, ιδιαίτερα για εκείνους που διαθέτουν τα μικρότερα αποθέματα αντοχής απέναντι στις ανατιμήσεις.
Για το ΕΒΕΠ, η απάντηση πρέπει να συνδυάζει άμεση προστασία και μόνιμη μείωση της ενεργειακής ευαλωτότητας. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενες παρεμβάσεις με κοινά κριτήρια για τις επιχειρήσεις, πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης και απλούστερα προγράμματα εξοικονόμησης. Χρειαζόμαστε διασυνδέσεις, αποθήκευση, συλλογικά σχήματα προμήθειας και διαφανή τιμολόγια. Οι αποφάσεις πρέπει να συνοδεύονται από χρονοδιάγραμμα, συγκεκριμένους πόρους και έλεγχο του οφέλους που φτάνει στον τελικό καταναλωτή και στην επιχείρηση.
Στον Πειραιά, όπου το εμπόριο συνδέεται καθημερινά με τη βιομηχανία, τη ναυτιλία και τις μεταφορές, γνωρίζουμε ότι η ανταγωνιστικότητα χτίζεται σε ολόκληρη την αλυσίδα της οικονομίας. Οι διαφωνίες είναι μέρος της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης, αλλά η παρατεταμένη αδυναμία αποτελεσματικής δράσης έχει πραγματικό κόστος. Η Ευρώπη οφείλει να γεφυρώσει τις διαφορές της πριν αυτές μετατραπούν σε μόνιμες απώλειες επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται μια Ένωση που αποφασίζει, χρηματοδοτεί και προστατεύει έγκαιρα.

