Ασφαλώς και δεν είναι τυχαία η επιλογή του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Τσαβούσογλου να επαναφέρει τώρα το… ξεχασμένο θέμα τής, κατά τους γείτονές μας, αποστρατικοποίησης νησιών του Αιγαίου. Την ώρα που η συνοχή και η συλλογική βούληση δοκιμάζονται στο ΝΑΤΟ, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Τουρκία επιλέγει να εστιάσει σε έναν δυνάμει αντίπαλο, που όμως είναι μέλος του ΝΑΤΟ, όπως και η ίδια. Η τουρκική ηγεσία αξιοποιεί, κατά τα φαινόμενα, τη διεθνή συγκυρία και κάνει ένα βήμα μπροστά, ξεπερνώντας κατά πολύ τη μέχρι τώρα γραμμή «γκριζοποίησης» του Αιγαίου.
Σε αυτήν τη βάση, η κυβέρνηση Ερντογάν αλλά και η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση, δηλώνουν ότι «αν η Ελλάδα δεν αλλάξει στάση» ως προς τη «στρατικοποίηση», θα τεθεί υπό αμφισβήτηση η ελληνική κυριαρχία των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Με άλλα λόγια, η Τουρκία επιχειρεί να «γκριζάρει» όχι πια περιοχές και βραχονησίδες, αλλά μεγάλα ελληνικά νησιά, και να εμφανίσει το Αιγαίο ως περιοχή ειδικών συνθηκών και τα νησιά με περιορισμένη κυριαρχία, συνεπώς και με περιορισμένη επήρεια στις θαλάσσιες ζώνες. Βέβαια εδώ και δυόμισι χρόνια, από το καλοκαίρι του 2019, οι γείτονες έχουν διαμορφώσει συνθήκες διαρκούς έντασης, καθιστώντας το περιβάλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων πιο σύνθετο και σίγουρα πιο εύθραυστο.
Όπως όλα δείχνουν, η τουρκική ηγεσία αισθάνεται ότι μπορεί να κερδίσει από τις πιθανολογούμενες γεωπολιτικές μετατοπίσεις. Και οι γείτονες το κάνουν αυτό μεθοδικά. Χτίζουν συστηματικά τα κατ’ αυτούς εθνικά τους συμφέροντα –σε περιόδους μάλιστα μεγάλης κρίσης, όπως η σημερινή με το Ουκρανικό– και επιχειρούν να αποκομίσουν κέρδη. Μέχρι τώρα η Ελλάδα παρακολουθούσε την εξελισσόμενη τουρκική επιθετικότητα με αμυντικού τύπου κινήσεις. Τα τελευταία τρία όμως χρόνια ενίσχυσε την αποτρεπτική της ικανότητα, αναγέννησε τις συμμαχίες της στην ευρύτερη περιοχή, επαύξησε τους δεσμούς της με τις ΗΠΑ και ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα, καταγγέλλοντας την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς. Ίσως απαιτείται μια πιο δυναμική αντίδραση, όπως μερικοί προτείνουν, αλλά πάνω απ’ όλα τη δεδομένη χρονική περίοδο είναι αναγκαίο να μην υπάρχουν «παραφωνίες».
Το κυριότερο, οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου να καθίσουν σε ένα τραπέζι, να συζητήσουν διεξοδικά και να χαράξουν μια καθαρή εθνική γραμμή απέναντι στην Τουρκία. Εσωτερικές εντάσεις δεν χωρούν πλέον. Η Ελλάδα επιβάλλεται να αποκτήσει ενιαία έκφραση και γραμμή βασισμένη σε βαθιά επεξεργασία και αξιολόγηση των κινδύνων, των απειλών, αλλά και των ευκαιριών. Με την Τουρκία, εκ της γεωγραφίας και μόνο, θα χρειαστεί να συμβιώσουμε σε αυτήν τη δύσκολη γωνιά του πλανήτη. Μένει σε εμάς πια να μη βρεθούμε προ δυσάρεστων εκπλήξεων.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

