Η κυβέρνηση μοιάζει να μην έχει βρει τον δρόμο της και κορυφαία στελέχη,
στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες, έχουν να πουν και έναν λόγο «αμφισβήτησης»
Θα περίμενε κανείς πως, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το κλείσιμο των τραπεζών και την υλοποίηση στην πράξη του συνθήματος «η εχθροπάθεια στην εξουσία» από τους Αλέξη Τσίπρα και Πάνο Καμμένο, θα είχαμε προχωρήσει λίγο. Ότι η επιστροφή στο «σημείο μηδέν» θα ήταν αδύνατη και ότι η ωριμότητα που κατακτήσαμε πληρώνοντας πανάκριβα αυτή την περιπέτεια θα είχε λύσει το θέμα. Και όμως, το θέμα παραμένει ανοιχτό: Η επιστροφή στο χάος είναι μια κανονική παράμετρος της πολιτικής μας ζωής, μια υπαρκτή πιθανότητα και όχι ένα σενάριο καταστροφής. Είναι αυτό ένα επιχείρημα υπέρ της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη; Επιφανειακά, αν το κρίνει κανείς και σε ό,τι αφορά το άμεσο μέλλον, δεν είναι απλά ένα επιχείρημα, είναι μια κραυγή αγωνίας που λέει ότι κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης, και δη της αποκαλούμενης αντισυστημικής, δεν δείχνει να βάζει την αποφυγή του χάους πάνω από την επιδίωξη για εκλογικά κέρδη μέσω της οξύτητας και των θεωριών συνωμοσίας.
Αν πάει όμως κανείς λίγο βαθύτερα, ο κίνδυνος της επιστροφής στο χάος είναι και μια πικρή διαπίστωση, που δεν ευνοεί κανένα από τα «συστημικά» κόμματα που κυριάρχησαν στην Μεταπολίτευση. Και αυτό γιατί, δέκα χρόνια μετά το 2015, θα ανέμενε κανείς ότι όχι μόνο η κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και η συστημική αντιπολίτευση, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, θα ανταγωνίζονταν σε προτάσεις για ένα καλύτερο αύριο.
Και όμως, δέκα χρόνια από τη στιγμή που το έδαφος έφυγε κάτω από τα πόδια μας, που η χώρα βρέθηκε να αιωρείται πάνω από την άβυσσο και η κοινωνία διχάστηκε, το ενδεχόμενο να ξαναζήσουμε τα ίδια δεν ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
Το πώς φτάσαμε εδώ είναι λίγο-πολύ γνωστό: Φτάσαμε εξαιτίας των λαθών, πρωτίστως της κυβέρνησης (όπως η αδυναμία να εκτιμήσει τη σοβαρότητα του δυστυχήματος των Τεμπών για την ελληνική κοινωνία) και στη συνέχεια της αντιπολίτευσης (και της απουσίας συναίνεσης ακόμη και σε βασικά πράγματα), εξαιτίας του πληθωρισμού που μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των ασθενέστερων, εξαιτίας των βραδυφλεγών συνεπειών της μνημονιακής δεκαετίας για το κράτος και τους μισθούς σε κρίσιμους τομείς, λόγω της εξάπλωσης των fakenews και των θεωριών συνωμοσίας.
Και πού βρισκόμαστε σήμερα;Το κυβερνητικό στρατόπεδο, ακόμα και μετά τον ανασχηματισμό, μοιάζει να μην έχει βρει τον δρόμο του και κορυφαία στελέχη στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους έχουν να πουν και έναν λόγο αμφισβήτησης των κυβερνητικών επιλογών. Κι αυτό δεν είναι το καλύτερο αν αναλογιστεί κανείς πως τώρα, που και οι θεωρίες συνωμοσίας άρχισαν να ξεθωριάζουν,είναι η τελευταία ευκαιρία για ανάταξη της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Η τελευταία ευκαιρία να σταματήσει η δημοσκοπική κατρακύλα σε όλους τους δείκτες και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός πως η Ν.Δ παραμένει ακόμα πρώτο κόμμα με διαφορά από το δεύτερο, αλλά πολύ χαμηλότερα από το ψυχολογικό όριο του 30%, δεν πρέπει να παρηγορεί κανέναν από το κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως αυτός ο δρόμος δεν είναι χωρίς επιστροφή.
Ακόμα χειρότερη όμως είναι η εικόνα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της πλειοψηφίας. Οι μέχρι τώρα ψίθυροι και γκρίνιες-προσωπικές πικρίες για μη αξιοποίηση- δημοσιοποιούνται με μεγαλύτερη ευκολία. Με αυτά τα δημοσκοπικά ποσοστά, οι μισοί και πλέον θα αποχαιρετήσουν την έδρα τους στη Βουλή και επομένως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης οδηγεί κάποιους σε συμπεριφορές έξω από τις επίσημες γραμμές του κόμματος, δημιουργώντας ρήγματα που δύσκολα μπορεί να κλείσουν.
Ανησυχητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως και η γενικότερη εικόνα των κομμάτων, που θεωρούν τον Μητσοτάκη «απονομιμοποιημένο» στα μάτια της κοινωνίας, χωρίς να ρίχνουν μια ματιά και στη δική τους «νομιμοποίηση» από τα δημοσκοπικά ευρήματα, πάνω στα οποία πατούν οι κρίσεις τους για τον αντίπαλό τους.
Δεν βλέπουν τη γενικότερη στροφή στα μονοπρόσωπα λαϊκίστικα αντισυστημικά κόμματα, όπως αυτά του Βελόπουλου, της Κωνσταντοπούλου κ.ά. Γι’ αυτή την κατάσταση, δεν δείχνουν να ανησυχούν οι «συστημικοί» του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και της Νέας Αριστεράς που, κατά τα άλλα, προσπαθούν να δημιουργήσουν «ενιαίο προοδευτικό μέτωπο», που θα ρίξει και θα αντικαταστήσει τον Μητσοτάκη. Ούτε βλέπουν πως αυτός ο δρόμος χωρίς επιστροφή, που μπορεί να οδηγήσει στο χάος, δεν αφορά μόνο τον Μητσοτάκη αλλά και τους ίδιους;
Αμφιβάλλει κανείς ότι όντως φτάσαμε ξανά σε ένα σημείο επικίνδυνο; Με βάση τις δημοσκοπήσεις, τρία κόμματα της αντιπολίτευσης, η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση και το κόμμα Νίκη, συγκεντρώνουν αθροιστικά ποσοστό κοντά στο 30%. Προφανώς και δεν απειλεί η Πλεύση Ελευθερίας τη ΝΔ, ώστε να φανταστεί κανείς μια κυβερνητική συμμαχία που θα παρακάμπτει ιδεολογικές αφετηρίες, όπως αυτή ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το 2015. Ωστόσο πολλοί θυμούνται ότι το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου του 2015 ελάχιστοι ανέμεναν ότι, αμέσως μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων, θα μαθαίναμε για την κυβερνητική σύμπραξη Αλέξη Τσίπρα και Πάνου Καμμένου. (Το «Π» είχε εγκαίρως αποκαλύψει τη συμφωνία Τσίπρα-Καμμένου για μετεκλογική σύμπραξη. Την αποκάλυψη αυτή όχι μόνο διέψευσε τότε ο κ. Καμμένος, αλλά υπέβαλε και μήνυση στο «Π» για…συκοφαντική δυσφήμιση.) Όσο κι αν πολλοί παρακάμπτουν πάντως τον κίνδυνο αυτόν ως ένα «απίθανο ενδεχόμενο», ας έχουν τουλάχιστον υπόψη τους την ιδεολογική κενότητα των ανερχόμενων δυνάμεων, αν όχι τις «αρχές χάους» από τις οποίες διακατέχονται.
τoυ Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παρασκήνιο» το Σάββατο 5 Απριλίου

