Δερματολόγοι προειδοποιούν για την ευρύτατη έκθεση σε αρωματικές ουσίες και τις συνέπειες στο δέρμα
Η αλλεργία στα αρώματα πλήττει περίπου το 1% των ενηλίκων και το 1,8% των παιδιών και εφήβων, καθιστώντας την τη δεύτερη πιο συχνή αιτία αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής, μετά την αλλεργία στο νικέλιο. Η αποφυγή των αρωμάτων είναι δύσκολη, καθώς αυτά περιέχονται σε μια τεράστια γκάμα προϊόντων καθημερινής χρήσης, από αρώματα και καλλυντικά μέχρι αποσμητικά, απορρυπαντικά χώρου και προϊόντα για παιδιά, όπως πάνες και παιχνίδια.
Ο δερματολόγος – αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου επισημαίνει ότι «η χρήση προϊόντων με αρωματικές ουσίες επηρεάζει αρνητικά το φραγμό του δέρματος, απορροφώντας την υγρασία και προκαλώντας αλλεργική ή ερεθιστική δερματίτιδα, ιδίως σε άτομα με έκζεμα ή ψωρίαση». Τα πιο συχνά προσβεβλημένα σημεία είναι τα χέρια και το πρόσωπο, ενώ στις γυναίκες συχνά επηρεάζεται ο λαιμός και στους άνδρες τα κάτω άκρα.
Συμπτώματα και τύποι αλλεργιών
Η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής εκδηλώνεται με φολιδωτές, ερυθηματώδεις πλάκες, οίδημα, φυσαλίδες και φαγούρα. Η χρόνια έκθεση στο αλλεργιογόνο μπορεί να οδηγήσει σε λειχηνοποίηση και απολέπιση του δέρματος. Η αλλεργία μπορεί επίσης να επηρεάσει το στόμα (χειλίτιδα, ουλίτιδα, φουσκάλες) και να προκαλέσει φωτοαλλεργία από προϊόντα όπως αφρόλουτρα και σαπούνια.
Ο δρ Στάμου εξηγεί ότι ακόμη και μικρές ποσότητες αρωματικών ουσιών μπορούν να προκαλέσουν αντίδραση, καθώς συνδέονται με πρωτεΐνες του δέρματος ή μετασχηματίζονται χημικά σε ισχυρά αλλεργιογόνα παρουσία αέρα ή ηλιακού φωτός.
Αντιμετώπιση και πρόληψη
Η θεραπεία των συμπτωμάτων γίνεται με τοπικά στεροειδή και ενυδατικά προϊόντα. Η πρόληψη βασίζεται στον εντοπισμό του αλλεργιογόνου μέσω τεστ αλλεργιών και στην αποφυγή του.
Συστήνεται διακοπή χρήσης προϊόντων που προκαλούν αντίδραση και επίσκεψη σε δερματολόγο σε περίπτωση που τα συμπτώματα δεν υποχωρήσουν. Προϊόντα με ένδειξη «χωρίς άρωμα» μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αν και ορισμένα περιέχουν μικρές ποσότητες αρωματικών ουσιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προτείνει την αναγραφή των ουσιών σε συγκέντρωση άνω του 0,001% σε προϊόντα που δεν ξεπλένονται και 0,01% σε αυτά που ξεπλένονται.

