Ανάλυση του The Guardian σκιαγραφεί τις προκλήσεις για την ΕΕ – Τα ανοιχτά μέτωπα με Ουκρανία, Ρωσία και ενέργεια
Την επόμενη ημέρα στην Ευρώπη μετά τη νίκη του Πέτερ Μάγιαρ στην Ουγγαρία επιχειρεί να χαρτογραφήσει ανάλυση του Guardian, επισημαίνοντας ότι, παρά την εμφανή ανακούφιση στις Βρυξέλλες, ο νέος πρωθυπουργός ενδέχεται να συνεχίσει να δημιουργεί προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν έγινε δεκτή με ικανοποίηση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς κατά τη διάρκεια της 16ετούς διακυβέρνησής του είχε επανειλημμένα καθυστερήσει ή μπλοκάρει κρίσιμες αποφάσεις της ΕΕ, κυρίως σε ό,τι αφορά τη στήριξη προς την Ουκρανία. Παράλληλα, η εκλογική επικράτηση του Μάγιαρ θεωρήθηκε και απόρριψη της ρητορικής φόβου του Όρμπαν, ο οποίος είχε επιχειρήσει να τον συνδέσει με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Ωστόσο, τα ερωτήματα για τη στάση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης παραμένουν. Κομβικό ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο ο Μάγιαρ θα άρει το ουγγρικό βέτο στο δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, αλλά και στον νέο γύρο κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Ο ίδιος εμφανίστηκε διατεθειμένος να στηρίξει το πακέτο βοήθειας, θέτοντας όμως όρους που περιορίζουν τη συμμετοχή της Ουγγαρίας, ενώ κράτησε αποστάσεις τόσο από την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ στο άμεσο μέλλον όσο και από τη συνέχιση των κυρώσεων, εκφράζοντας ανησυχίες για το οικονομικό κόστος. «Κατανοώ τα ηθικά ζητήματα, αλλά δεν πρέπει να πυροβολούμε τα πόδια μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι θέσεις αυτές προκαλούν ήδη προβληματισμό σε χώρες που στηρίζουν σθεναρά το Κίεβο, όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής, ενώ –όπως σημειώνει η ανάλυση– θυμίζουν τη στάση του Βέλγου πρωθυπουργού Bart De Wever στο ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής και της πρόσβασης σε φθηνή ρωσική ενέργεια.
Από την πλευρά της, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επέλεξε να δώσει έμφαση στη θετική διάσταση του εκλογικού αποτελέσματος, συγκρίνοντάς το με ιστορικές στιγμές όπως η εξέγερση της Ουγγαρίας το 1956 και η πτώση του ανατολικού μπλοκ το 1989, δηλώνοντας ότι η συνεργασία με τη νέα κυβέρνηση θα ξεκινήσει άμεσα.
Ιδιαίτερη πρόκληση παραμένει και το ενεργειακό ζήτημα. Αν και το κόμμα Tisza του Μάγιαρ έχει δεσμευτεί για σταδιακή απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια έως το 2035, η ΕΕ επιδιώκει πολύ ταχύτερη μετάβαση, με στόχο τον τερματισμό των εισαγωγών έως το 2027.
Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, η Ουγγαρία υπό τον Μάγιαρ εκτιμάται ότι θα κινηθεί προς μια πιο «κανονική» ευρωπαϊκή στάση, δίνοντας έμφαση στα εθνικά της συμφέροντα χωρίς να λειτουργεί ως εμπόδιο για λογαριασμό της Μόσχας. Κεντρική προτεραιότητα για τη νέα κυβέρνηση αποτελεί η αποδέσμευση περίπου 17 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων, τα οποία παραμένουν παγωμένα λόγω ζητημάτων που σχετίζονται με το κράτος δικαίου.
Τέλος, στο μεταναστευτικό, αν και η Ουγγαρία συνεχίζει να συγκρούεται με την ΕΕ –πληρώνοντας πρόστιμο ενός εκατομμυρίου ευρώ ημερησίως– οι θέσεις του Μάγιαρ φαίνεται να ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τη σκληρότερη γραμμή που έχει υιοθετήσει η Ευρώπη μετά το 2015.
Οι πρώτες κινήσεις του νέου πρωθυπουργού αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τα πρώτα του ταξίδια θα πραγματοποιηθούν στη Βαρσοβία και τη Βιέννη, ενώ η απουσία του Βερολίνου από την ατζέντα του προκαλεί ήδη συζητήσεις στους ευρωπαϊκούς κύκλους.

