Οι Ευρωπαίοι ηγέτες παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, επεμβαίνοντας επιλεκτικά
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, προανήγγειλε πρωτοβουλία διαλόγου με το Ιράν, με στόχο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την αποκλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης.
Μιλώντας κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ανδόρα, ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε ότι η βασική αιτία της εκτίναξης των τιμών των καυσίμων είναι ο αποκλεισμός και η σχεδόν πλήρης παράλυση του στενού. Όπως σημείωσε, σκοπεύει άμεσα να επικοινωνήσει με την Τεχεράνη, επιδιώκοντας να πείσει όλες τις πλευρές να επιτρέψουν την επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας.
Ο Μακρόν υπογράμμισε ότι το άνοιγμα του περάσματος είναι κρίσιμο για τη διεθνή οικονομία, καθώς από εκεί διέρχονται πετρέλαιο, φυσικό αέριο, λιπάσματα και βασικά εμπορεύματα. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η γαλλική κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα στήριξης για τους πολίτες που πλήττονται από την αύξηση των τιμών.
Η υπόθεση του Στενό του Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο της έντασης μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, παρά την εύθραυστη εκεχειρία που βρίσκεται σε ισχύ.
Οι αιχμές Μερτς για ΗΠΑ και στρατηγική Τραμπ
Στον αντίποδα, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, άσκησε σκληρή κριτική στη στρατηγική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν, αμφισβητώντας ανοιχτά την αποτελεσματικότητα της πολιτικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως δήλωσε, η Τεχεράνη χειρίζεται με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τη διαπραγμάτευση, αποφεύγοντας ουσιαστικές υποχωρήσεις, γεγονός που –κατά τον ίδιο– οδηγεί σε «ταπείνωση» των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από τη σύγκρουση.
Ο Γερμανός καγκελάριος επισήμανε ότι η κρίση έχει άμεσες συνέπειες και για την ευρωπαϊκή οικονομία, με την άνοδο των τιμών της ενέργειας να επιβαρύνει ιδιαίτερα τη Γερμανία. Τόνισε επίσης ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είχαν ενημερωθεί εγκαίρως πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τη στάση της Ουάσινγκτον.
Τέλος, ο Μερτς προειδοποίησε ότι το βασικό ζήτημα σε τέτοιες κρίσεις δεν είναι μόνο η έναρξή τους, αλλά κυρίως ο τρόπος τερματισμού τους, εκτιμώντας ότι προς το παρόν δεν διαφαίνεται άμεση λύση, ενώ ο πόλεμος συνεχίζει να επηρεάζει την παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία.

