Υπάρχουν υποθέσεις στην ελληνική πολιτική ιστορία που δεν έμειναν ποτέ απλώς «υποθέσεις». Δεν κλείστηκαν σε δικογραφίες, ούτε εγκλωβίστηκαν στα κιτρινισμένα πρωτοσέλιδα μιας άλλης εποχής. Έγιναν πολιτικά τραύματα, εθνικοί διχασμοί, ανοιχτές πληγές που εξακολουθούν να επιστρέφουν κάθε φορά που η χώρα επιχειρεί να καταλάβει πώς οδηγήθηκε στη μεγαλύτερη δημοκρατική εκτροπή της μεταπολεμικής της ιστορίας.
Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ ήταν μία από αυτές.
Ένα πυκνό πολιτικό θρίλερ γεμάτο υπόγειες διαδρομές εξουσίας, στρατιωτικές ίντριγκες, βασιλικές παρεμβάσεις, δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, δικαστικά δράματα και πρόσωπα που αργότερα θα καθόριζαν τη μοίρα της χώρας. Και στο επίκεντρο όλων, ένας νεαρός, φιλόδοξος και βαθιά αμφιλεγόμενος τότε πολιτικός: ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Η μέρα που μια επαρχιακή εφημερίδα τίναξε το πολιτικό σκηνικό στον αέρα
Ήταν 18 Μαΐου 1965 όταν η δεξιά εφημερίδα της Λάρισας «Ημερήσιος Κήρυξ» κυκλοφόρησε με ένα δημοσίευμα που έμελλε να προκαλέσει πολιτικό σεισμό. Το ρεπορτάζ αποκάλυπτε — όπως υποστήριζε — την ύπαρξη μιας μυστικής οργάνωσης μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις με το όνομα ΑΣΠΙΔΑ, ακρωνύμιο των λέξεων «Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία».
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, επρόκειτο για μια ομάδα αξιωματικών δημοκρατικών και κεντρώων αποκλίσεων που σχεδίαζαν την ανατροπή του πολιτεύματος και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας.
Το δημοσίευμα δεν έμεινε για πολύ στη Λάρισα.
Μέσα σε λίγες ώρες αναπαράχθηκε από τον αθηναϊκό Τύπο, μετατράπηκε σε πρώτο πολιτικό θέμα και χρησιμοποιήθηκε ως βασικό όπλο από την αντιπολίτευση της ΕΡΕ απέναντι στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Πολύ γρήγορα, η υπόθεση έπαψε να αφορά μερικούς αξιωματικούς. Αφορούσε πλέον το ίδιο το κέντρο της εξουσίας.
Γιατί το όνομα που άρχισε να ακούγεται πιο έντονα από κάθε άλλο ήταν εκείνο του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου ως «εσωτερικός εχθρός»
Τη δεκαετία του ’60 ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν ακόμη ο πολιτικός μύθος που γνώρισε αργότερα η Ελλάδα. Ήταν, όμως, ήδη μια προσωπικότητα που προκαλούσε βαθιά ανησυχία στο πολιτικό, οικονομικό και βασιλικό κατεστημένο.
Αμερικανοσπουδαγμένος οικονομολόγος, χαρισματικός ρήτορας, με ριζοσπαστική ρητορική και επιρροή στη νεολαία, θεωρούνταν από πολλούς «επικίνδυνος». Για το Παλάτι, για τους συντηρητικούς στρατιωτικούς κύκλους και για το βαθύ αντικομμουνιστικό κράτος της εποχής, ο Ανδρέας προσωποποιούσε τον φόβο μιας πολιτικής μετατόπισης που απειλούσε τις μεταπολεμικές ισορροπίες.
Τα δημοσιεύματα της εποχής τον παρουσίαζαν ως πολιτικό καθοδηγητή της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι όχι μόνο γνώριζε τη δράση της αλλά τη στήριζε ενεργά, με την ανοχή μάλιστα του ίδιου του πατέρα του, πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.
Η υπόθεση πήρε αμέσως διαστάσεις πολιτικής αποσταθεροποίησης.
Η Ελλάδα του ’60: μια Δημοκρατία με τον στρατό μέσα στην πολιτική
Για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό βάθος της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, πρέπει να επιστρέψει στο πολιτικό κλίμα της εποχής.
Η Ελλάδα του 1965 ήταν μια χώρα που ζούσε ακόμη στη βαριά σκιά του Εμφυλίου. Ο στρατός δεν λειτουργούσε μόνο ως αμυντικός μηχανισμός, αλλά ως θεσμός βαθιά μπλεγμένος στην πολιτική εξουσία. Η έννοια της «εθνικοφροσύνης» καθόριζε καριέρες, κοινωνικές σχέσεις, ακόμα και την ίδια την πρόσβαση στο κράτος.
Μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις κυριαρχούσαν ισχυροί δεξιοί πυρήνες, με χαρακτηριστικότερο τον ΙΔΕΑ — μια αντικομμουνιστική στρατιωτική οργάνωση με τεράστια επιρροή στους ανώτερους αξιωματικούς και στενές διασυνδέσεις με τα Ανάκτορα. Από εκεί προέρχονταν πολλά πρόσωπα που λίγα χρόνια αργότερα θα συμμετείχαν ενεργά στη δικτατορία της 21ης Απριλίου.
Ο ΑΣΠΙΔΑ, στην πραγματικότητα, εμφανίστηκε ως αντίβαρο σε αυτή την κυριαρχία. Ως μια προσπάθεια δημοκρατικών αξιωματικών να προστατευθούν από το βαθύ δεξιό παρακράτος του στρατεύματος.
Και ακριβώς γι’ αυτό θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνος.
Ο Γρίβας, τα Ανάκτορα και το παρασκήνιο που δεν φαινόταν
Η υπόθεση πήρε ακόμη πιο σκοτεινή τροπή όταν αποκαλύφθηκε ότι ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας είχε ήδη ενημερώσει προσωπικά τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον τότε υπουργό Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά για την ύπαρξη της οργάνωσης — όχι όμως τον ίδιο τον πρωθυπουργό.
Η παράκαμψη του Γεωργίου Παπανδρέου θεωρήθηκε από πολλούς απόδειξη ότι το Παλάτι λειτουργούσε ως αυτόνομο κέντρο εξουσίας πίσω από την εκλεγμένη κυβέρνηση.
Από εκεί και πέρα, η κρίση άρχισε να αποκτά ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Οι σχέσεις ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον βασιλιά διαλύονταν μέρα με τη μέρα. Το πολιτικό κλίμα γινόταν εκρηκτικό. Οι εφημερίδες λειτουργούσαν σαν όπλα πολιτικού πολέμου. Και η χώρα έμπαινε αργά αλλά σταθερά σε τροχιά αποσταθεροποίησης.
Η δίκη που μετατράπηκε σε πολιτικό θέατρο της εποχής
Παρότι οι αρχικές ανακρίσεις δεν συνέδεσαν πολιτικά πρόσωπα με συνωμοσία, η υπόθεση όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά γιγαντώθηκε.
Το 1966 εκδόθηκε παραπεμπτικό βούλευμα 475 σελίδων που παρέπεμπε 28 αξιωματικούς για «ένωση προς στάση» και «συνωμοσία προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας».
Η δίκη ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1966 στο Αρσάκειο και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο φορτισμένα πολιτικά γεγονότα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Στην υπεράσπιση συμμετείχαν ονόματα που αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν στη δημόσια ζωή της χώρας: ο Νικηφόρος Μανδηλαράς, ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος και άλλοι.
Η διαδικασία ήταν εκρηκτική, με συνεχείς εντάσεις, πολιτικές παρεμβάσεις και βαρύ κλίμα πόλωσης. Δεκαπέντε κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν τελικά σε βαριές ποινές φυλάκισης και κάθειρξης, ενώ δεκατρείς αθωώθηκαν. Καμία άμεση εμπλοκή του Ανδρέα Παπανδρέου δεν αποδείχθηκε ποτέ.
Η υπόθεση που άνοιξε τον δρόμο για την εκτροπή
Σήμερα, οι περισσότεροι ιστορικοί αντιμετωπίζουν την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ όχι ως ένα απλό στρατιωτικό σκάνδαλο, αλλά ως κρίσιμο κομμάτι της πολιτικής αλυσίδας που οδήγησε τελικά στη δικτατορία.
Η κρίση ανάμεσα στον Γεώργιο Παπανδρέου και τα Ανάκτορα κορυφώθηκε λίγους μήνες αργότερα με τα Ιουλιανά και την «Αποστασία». Η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς κατέρρευσε. Ο στρατός απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική επιρροή. Και το παρακράτος της εποχής έπαψε πλέον να λειτουργεί υπόγεια.
Η πιο πικρή ειρωνεία της ιστορίας ήταν ότι εκείνοι που κατηγορήθηκαν για σχέδιο εκτροπής δεν ήταν τελικά αυτοί που κατέλυσαν τη Δημοκρατία.
Η πραγματική δικτατορία ήρθε δύο χρόνια αργότερα.
Και τότε, η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ έμοιαζε πια όχι με σκάνδαλο, αλλά με προειδοποίηση που κανείς δεν κατάφερε — ή δεν θέλησε — να ακούσει.

