- του Στέλιου Κυμπουρόπουλου, Ψυχίατρος και πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας
Το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας, ο χρόνος σταμάτησε απότομα στην Εθνική Οδό Μυτιλήνης – Θερμής στη Λέσβο. Δύο νέα παιδιά, ηλικίας μόλις 16 και 18 ετών, έχασαν τη ζωή τους όταν το δίκυκλο στο οποίο επέβαιναν προσέκρουσε σε κολόνα της ΔΕΗ. Ως άνθρωπο, η απώλεια τόσο νέων ανθρώπων γεμίζει την ψυχή μου με βαθιά θλίψη. Ως ψυχίατρος όμως, πέρα από τον θρήνο, οφείλω να σταθώ με περίσκεψη και ευθύνη απέναντι σε μια άλλη, εξίσου επώδυνη διάσταση που ακολουθεί τέτοιες τραγωδίες: τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ διαχειρίζονται και αναπαράγουν την είδηση του θανάτου.
Τις τελευταίες ώρες, γινόμαστε μάρτυρες μιας γνώριμης όσο και σκληρής πρακτικής. Η λεπτομερής περιγραφή της πρόσκρουσης, η συνεχής προβολή φωτογραφιών από το σημείο του δυστυχήματος και η δραματοποίηση των συνθηκών κατακλύζουν τις οθόνες μας. Αναρωτιέμαι με ειλικρινή αγωνία: Πού αποσκοπεί και τι ακριβώς εξυπηρετεί αυτή η επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή του πόνου; Η απάντηση της επιστήμης μου είναι κατηγορηματική: Δεν εξυπηρετεί καμία κοινωνική ανάγκη, ούτε συμβάλλει στην ενημέρωση. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένας μηχανισμός δευτερογενούς τραυματισμού.
Για τις οικογένειες και τα οικεία πρόσωπα των δύο νεαρών παιδιών, ο χρόνος έχει παγώσει στο απόλυτο σκοτάδι. Η απώλεια ενός παιδιού είναι ένα τραύμα που διαρρηγνύει τον ψυχισμό, μια πληγή που δεν κλείνει ποτέ ολοκληρωτικά. Όταν οι γονείς, τα αδέλφια και οι φίλοι καλούνται να διαχειριστούν το πρώτο, ισχυρό σοκ, η έκθεσή τους στην οπτικοποίηση της τραγωδίας λειτουργεί σαν αλάτι στην πληγή τους. Κάθε αναπαραγωγή της πρόσκρουσης στερεί από τους πενθούντες το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα του θρήνου, μετατρέποντας τον βουβό και ιερό πόνο τους σε δημόσιο θέαμα.
Το πρόβλημα όμως εκτείνεται ακόμη παραπέρα. Στην κοινωνία μας υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που κουβαλούν το δικό τους, βαρύ τραύμα. Οικογένειες που έχουν χάσει αγαπημένα πρόσωπα στην άσφαλτο, επιζώντες σοβαρών τροχαίων ατυχημάτων που παλεύουν καθημερινά με το Μετατραυματικό Στρες (PTSD). Για αυτούς τους συμπολίτες μας, η αλόγιστη αναπαραγωγή τέτοιων σκηνών λειτουργεί ως ένας ισχυρός ψυχολογικός πυροκροτητής. Ανασύρει βίαια στην επιφάνεια μνήμες, ξυπνά τον πανικό και αναζωπυρώνει ένα τραύμα που με κόπο προσπαθούν να επουλώσουν.
Από αυτό εδώ το βήμα, απευθύνω μια έκκληση προς τον κόσμο της ενημέρωσης. Η δημοσιογραφία οφείλει να πληροφορεί, όχι να σοκάρει. Οφείλει να αναδεικνύει την ανάγκη για οδική ασφάλεια, χωρίς να θυσιάζει την ψυχική υγεία των πολιτών στον βωμό της τηλεθέασης και των κλικ. Η ενσυναίσθηση δεν είναι αδυναμία, είναι ο δείκτης του πολιτισμού μας. Ας δείξουμε τον απαιτούμενο σεβασμό στη μνήμη των δύο παιδιών από τη Λέσβο και ας προστατεύσουμε, επιτέλους, τις ψυχές εκείνων που έμειναν πίσω να θρηνούν.

