Τα τελευταία χρόνια, τα Χανιά εισέρχονται σε μια φάση επιταχυνόμενης ανάπτυξης. Αυτό μαρτυρούν οι αριθμοί με την στερεότητά τους και όχι μια αόριστη αίσθηση πως κάτι συμβαίνει. Με αυτό, λοιπόν, ως δεδομένο αναπτύσσεται παράλληλα και ωφέλιμα ο αντίστοιχος διάλογος και προβληματισμός. Ο στόχος όλων δεν είναι άλλος από τον έγκαιρο και συνεκτικό σχεδιασμό, ώστε η ανάπτυξη να είναι ισόρροπη, ανθεκτική και μακροπρόθεσμα ωφέλιμη.
- Αλέξανδρος Μαρκογιαννάκης – Βουλευτής Χανίων ΝΔ
Το πρώτο μεγάλο πεδίο αναφοράς είναι, φυσικά, οι υποδομές μεταφορών. Ο ΒΟΑΚ και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι αλλάζουν τα δεδομένα και ανταποκρίνονται σε αιτήματα δεκαετιών. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας πετυχαίνει αυτό που από τη δεκαετία του ’80 υπήρξε πάντοτε διακήρυξη, ποτέ όμως πραγματικότητα. Οι αποστάσεις μικραίνουν, η ασφάλεια ενισχύεται, οι δυνατότητες υποδοχής επισκεπτών πολλαπλασιάζονται. Όλα αυτά συνιστούν νέες δυνατότητες για την τοπική οικονομία.
Δίπλα στις υποδομές μεταφορών, φυσικά, απαιτείται και η ανάπτυξη και άλλων υποδομών που διασφαλίζουν κρίσιμους πόρους, όπως η επάρκεια ύδρευσης και άρδευσης, η προστασία από την κλιματική αλλαγή, οι υπηρεσίες υγείας και άλλες. Και εδώ γίνονται βήματα, με τη μεγάλη υδρολογική μελέτη που εκπονήθηκε με ολλανδική τεχνογνωσία από το αρμόδιο υπουργείο, την αναδιοργάνωση της Πολιτικής Προστασίας, την ενίσχυση των πυροσβεστικών μέσων κ.ά. Ειδική μνεία θα κάνω για την αναγκαιότητα περαιτέρω ενίσχυσης των υπηρεσιών υγείας, στην οποία έχω δώσει μεγάλο βάρος στις κοινοβουλευτικές μου ενέργειες και συμμερίζομαι την άποψη ότι οφείλουμε να κάνουμε ακόμα περισσότερα.
Φεύγοντας από τις υποδομές και φθάνοντας στον πρωτογενή τομέα και τη διασύνδεσή του με τον τουρισμό, η θέση μου είναι η εξής: Τα χανιώτικα προϊόντα, το ελαιόλαδο, το κρασί, τα τυριά, τα κηπευτικά και η τοπική γαστρονομία είναι γεγονός ότι αυξάνουν την προστιθέμενη αξία που μένει στον τόπο μέσα από την τουριστική οικονομία. Η σύνδεση αυτή, όμως, δεν πρέπει να ιδωθεί ως ο κύριος σκοπός της αγροδιατροφικής παραγωγής. Σε κανέναν σοβαρό τουριστικό προορισμό ο τουρισμός δεν απορροφά ή δεν καθορίζει το σύνολο της παραγωγής. Είναι σημαντικό κανάλι προβολής και διάθεσης, όχι όμως υποκατάστατο της εξωστρέφειας.
Τα μικρά μπουκάλια εκλεκτού ελαιολάδου που βρίσκουν οι επισκέπτες στα τραπέζια τους ή στα καταστήματα είναι αναντίρρητα χρήσιμα. Δεν συγκρίνονται, όμως, με την τυποποίηση και την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων ποιοτικού ελαιολάδου από τις δεξαμενές των ελαιοτριβείων μας προς τη διεθνή αγορά. Το ίδιο ισχύει και για τα τυριά, τα φρούτα και τόσα άλλα εκλεκτά προϊόντα της χανιώτικης γης. Ο τουρισμός όμως δεν είναι η μαγική απάντηση για τον πρωτογενή τομέα, συνιστά το εκλεκτό «επιπλέον». Η μάζα της παραγωγής πρέπει να κατευθύνεται οργανωμένα στις αγορές του εξωτερικού, με ταυτότητα, ποιότητα και σταθερότητα και εδώ πρέπει να εστιάσουμε στην επόμενή μας θητεία.
Η πρόκληση, λοιπόν, πλέον δεν βρίσκεται απλώς και μόνο στα αριθμητικά δεδομένα αλλά στη συνετή διαχείρισή τους. Ο στόχος μας δεν μπορεί να είναι π.χ. η μείωση του πλήθους των τουριστών επισκεπτών, αλλά η ορθολογική διαχείρισή του, ώστε η επιπλέον αναπτυξιακή δυναμική να μετουσιωθεί σε επιπλέον ανάπτυξη, ωφέλιμη για την τοπική οικονομία τού σήμερα αλλά και για το αύριο. Η απλοϊκή αντίθεση στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών δεν συνιστά ρεαλιστική αντιπρόταση. Όσο η κριτική παραμένει μόνο εκεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τίποτε άλλο πέρα από έναν θεωρητικό ακτιβισμό, πιθανά αυτοκαταστροφικό για μια οικονομία η οποία δεν έχει επενδύσει σε εναλλακτικές πηγές ανάπτυξης. Ο προβληματισμός, λοιπόν, που αναπτύσσεται είναι θετικό σημάδι, εφόσον οδηγεί όχι σε αφορισμούς αλλά σε ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο που διαχειριζόμαστε την τοπική οικονομία.

