Η Ελλάδα χρειάζεται ένα αναπτυξιακό σχέδιο που θα κρίνεται κυρίως από το πόσο σωστά τα έργα εξυπηρετούν την κοινωνία. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, με πόρους 23 δισ. ευρώ, αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για να καθιερώσουμε τον κανόνα ότι κάθε δημόσια επένδυση πρέπει να σχεδιάζεται εξαρχής ώστε να είναι προσβάσιμη σε όλους και ανθεκτική στον χρόνο.
- Στέλιος Κυμπουρόπουλος
Η προσβασιμότητα κοστίζει πολύ λιγότερο όταν προβλέπεται από την πρώτη γραμμή μιας μελέτης και πολύ περισσότερο όταν επιχειρούμε να την προσθέσουμε εκ των υστέρων. Μια είσοδος χωρίς εμπόδια, ένας κατάλληλος ανελκυστήρας, μια συνεχής προσβάσιμη διαδρομή, η σωστή σήμανση ή μια ψηφιακή εφαρμογή συμβατή με υποστηρικτικές τεχνολογίες μπορούν να ενσωματωθούν στον αρχικό σχεδιασμό χωρίς να ανατρέψουν τον προϋπολογισμό ενός έργου.
Αντίθετα, όταν η προσβασιμότητα αντιμετωπίζεται μετά την ολοκλήρωση, απαιτούνται νέες μελέτες, πρόσθετες άδειες, καινούργιες εργολαβίες και συχνά παρεμβάσεις που παραμένουν αποσπασματικές. Οι πρόχειρες ράμπες και τα ψηφιακά «μπαλώματα» δεν αποτελούν οικονομία. Αποτελούν διπλή δαπάνη. Το Δημόσιο δεν πρέπει να πληρώνει πρώτα για τη δημιουργία ενός εμποδίου και ύστερα για την αφαίρεσή του.
Χρειαζόμαστε, επομένως, την προσβασιμότητα ως οριζόντιο και δεσμευτικό κριτήριο σε κάθε στάδιο της δημόσιας επένδυσης: από την ένταξη ενός έργου έως την κατασκευή, την παραλαβή και την τελική πληρωμή του. Δεν αρκεί μια γενική αναφορά σε τεχνικές προδιαγραφές. Χρειάζονται σαφείς απαιτήσεις, μετρήσιμοι δείκτες, ουσιαστικοί έλεγχοι και πιστοποίηση του πραγματικού αποτελέσματος.
Αυτός ο κανόνας πρέπει να εφαρμόζεται παντού: στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στις μεταφορές, στις αναπλάσεις, στις υποδομές πολιτικής προστασίας και στις ψηφιακές υπηρεσίες. Ένας σταθμός δεν είναι ολοκληρωμένος, αν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτόνομα από έναν ανάπηρο επιβάτη. Ένα σχολείο δεν είναι σύγχρονο, αν αποκλείει ένα παιδί, έναν γονέα ή έναν εκπαιδευτικό. Μια ηλεκτρονική υπηρεσία δεν είναι πραγματικά ψηφιακή, αν δεν είναι προσβάσιμη.
Στο δομημένο περιβάλλον κρίσιμο ρόλο έχει η Κεντρική Επιτροπή Προσβασιμότητας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η Επιτροπή εισηγείται νομοθετικές βελτιώσεις, υποστηρίζει τις υπηρεσίες με βέλτιστες πρακτικές, γνωμοδοτεί σε ειδικά ζητήματα και εξετάζει προσφυγές κατά των Περιφερειακών Επιτροπών. Η τεχνική της γνώση πρέπει να αξιοποιείται προληπτικά στον σχεδιασμό των επενδύσεων. Παράλληλα, χρειάζεται συντονισμός με την Εθνική Αρχή Προσβασιμότητας και ουσιαστική συμμετοχή ανάπηρων ανθρώπων, ώστε η βιωμένη εμπειρία να ενσωματώνεται πριν χαραχτεί η πρώτη γραμμή και όχι μετά την παράδοση.
Ο καθολικός σχεδιασμός, άλλωστε, δεν ωφελεί μόνο τα ανάπηρα άτομα. Εξυπηρετεί ηλικιωμένους, γονείς με παιδικά καρότσια, προσωρινά τραυματισμένους ανθρώπους, ταξιδιώτες και τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Παράλληλα, διευρύνει την πρόσβαση στην εργασία, την εκπαίδευση, τον τουρισμό, την κατανάλωση και τον πολιτισμό. Η οικονομία κερδίζει όταν περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν.
Η χώρα χρειάζεται δημόσιες επενδύσεις που αντέχουν στον χρόνο και εξυπηρετούν το σύνολο της κοινωνίας. Χρειάζεται έργα που σχεδιάζονται μία φορά, κατασκευάζονται σωστά και δεν απαιτούν διαρκείς διορθώσεις. Κάθε ευρώ που επενδύεται στην προσβασιμότητα από την αρχή προστατεύει το δημόσιο χρήμα και πολλαπλασιάζει την κοινωνική αξία του έργου.
Η προσβασιμότητα, λοιπόν, δεν είναι μια πρόσθετη απαίτηση που επιβαρύνει την ανάπτυξη. Είναι ο τρόπος να επενδύουμε πιο υπεύθυνα, πιο αποτελεσματικά και με μεγαλύτερη διάρκεια. Δεν χρειαζόμαστε ακριβότερα έργα. Χρειαζόμαστε καλύτερα σχεδιασμένα έργα. Γιατί η προσβασιμότητα δεν έρχεται μετά την ανάπτυξη. Είναι όρος της ανάπτυξης.

