Η παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου έχει τριπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες, ξεπερνώντας πλέον τους 3 εκατομμύρια τόνους ετησίως, κυρίως με την αύξηση της κατανάλωσης εκτός Ευρώπης. Η επέκταση αυτή συνοδεύεται και από μεγάλη ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού. Νέες χώρες εισέρχονται δυναμικά στην αγορά, ενώ παράλληλα η κλιματική αλλαγή, με ξηρασία και θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, μετατοπίζει σταδιακά τις ζώνες καλλιέργειας και δυσχεραίνει τη διατήρηση σταθερής παραγωγής στις παραδοσιακές ελαιοπαραγωγικές χώρες, όπως η Ελλάδα.
- του Αλέξανδρου Μαρκογιαννάκη, Βουλευτής Χανίων της ΝΔ
Το 2025 οι ελληνικές εξαγωγές ελαιολάδου ξεπέρασαν το 1,3 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 12% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων, ένδειξη της βαρύτητας του προϊόντος για την εθνική οικονομία. Η Ελλάδα καλύπτει πλέον το περίπου 10% της παγκόσμιας προσφοράς ελαιολάδου, από το σχεδόν 20% που κάλυπτε πριν από 20 χρόνια. Στη σχετική κατάταξη έχουμε πέσει από την τρίτη στην τέταρτη και την πέμπτη θέση παγκοσμίως, καθώς πέρα από Ισπανία και Ιταλία, πλέον η Τυνησία και η Τουρκία έχουν κάνει δυναμική είσοδο τις τελευταίες δεκαετίες.
Σε αυτό το διπλό πλέγμα προκλήσεων, της κλιματικής κρίσης και της ανάδυσης ανταγωνιστικών χωρών παραγωγής, η διατήρηση σταθερής παρουσίας στη διεθνή αγορά είναι κρίσιμη για την ταύτιση του προϊόντος με την περιοχή προέλευσής του. Δεν υπάρχει για την Ελλάδα περιθώριο απουσίας από μια αγορά η οποία μεγαλώνει τόσο εντυπωσιακά. Ουσιαστικά το ελαιόλαδο τώρα αποκτά χαρακτηριστικά προϊόντος παγκόσμιας κατανάλωσης, με την άνοδο της ασιατικής και της αμερικανικής αγοράς. Τώρα επομένως είναι και η κρίσιμη στιγμή κατά την οποία πρέπει να ενισχύσουμε την εξωστρέφεια των Ελλήνων παραγωγών, ώστε να εισέλθουν σε αυτές τις νέες αγορές πριν καθιερωθούν άλλες χώρες.
Ο αγροδιατροφικός τουρισμός, η διασύνδεση δηλαδή του πρωτογενούς τομέα με τον κλάδο του τουρισμού, προσφέρει σημαντική διέξοδο αλλά δεν μπορεί ν αποκαταστήσει τις εξαγωγές. Η εξωστρέφεια της ελαιοπαραγωγής παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Η κατανάλωση του ελαιολάδου στη χώρα μας από τους επισκέπτες δεν αρκεί για να υποκαταστήσει τους εξαγωγικούς στόχους, ούτε μπορεί να διατηρήσει το διεθνές brand στο ελαιόλαδο. Σε διεθνές επίπεδο, το επώνυμο ελληνικό ελαιόλαδο κατέχει μικρό μερίδιο της αγοράς, αναντίστοιχο του μεριδίου παραγωγής. Είναι κρίσιμη, επομένως, η ενίσχυση της τυποποίησης και η ανάπτυξη οργανωμένων εξαγωγικών δικτύων. Ειδικά ως προς τις νέες αναδυόμενες αγορές της Ασίας και της Αμερικής, η Ελλάδα οφείλει να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία, όπως για παράδειγμα το άνοιγμα των αγορών της Mercosur.
Η επιβεβαίωση της διασύνδεσης ενός προορισμού με τα προϊόντα του δεν σταματά στην κατανάλωση στην τοπική αγορά. Δεν αρκεί ούτε για την κατανάλωση της παραγωγής στο σύνολό της ούτε για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών τιμών. Αντιθέτως, απαιτείται η σταθερή παρουσία αυτών των προϊόντων στις εκεί αγορές, ώστε να συνεχίσει ο καταναλωτής να συνδέει προϊόντα όπως το ελαιόλαδο με τις χώρες παραγωγής. Για την κυβέρνηση αυτό σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση με χρηματοδοτικά εργαλεία τόσο της μεταποίησης όσο και της δημιουργίας εξαγωγικών δικτύων, με την αξιοποίηση προγραμμάτων όπως η «Εξωστρεφής Γεωργία» με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να προσφέρουμε στους επισκέπτες μας ως διαλεκτό προϊόν το ελαιόλαδο, καλό είναι πρώτα να έχουμε διασφαλίσει ότι θα το βρουν και θα συνεχίσουν να το καταναλώνουν και στις χώρες τους. Αλλιώς θα καταλήξει ένα ακόμα σουβενίρ.
*Ο Αλέξανδρος Μαρκογιαννάκης είναι βουλευτής Χανίων της Ν.Δ.

