Η Άγκυρα αγνοεί το διεθνές Δίκαιο και οριοθετεί δύο μεγάλες προστατευόμενες περιοχές μεταξύ Λήμνου–Σαμοθράκης και ανατολικά της Ρόδου – Γιατί η περιβαλλοντική προστασία αποκτά γεωπολιτική διάσταση όταν οι περιοχές δεν έχουν οριοθετηθεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας
Η απόφαση της Τουρκίας να θεσπίσει δύο θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ανοίγει ένα νέο, ιδιαίτερα σύνθετο κεφάλαιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για μια περιβαλλοντική πρωτοβουλία: δύο θαλάσσιες περιοχές τίθενται υπό καθεστώς προστασίας με στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και του θαλάσσιου οικοσυστήματος.
Το πρόβλημα είναι ότι οι συγκεκριμένες περιοχές βρίσκονται σε θάλασσες όπου Ελλάδα και Τουρκία δεν έχουν συμφωνήσει τα όρια των θαλάσσιων ζωνών τους. Έτσι, οι περιβαλλοντικές ρυθμίσεις αποκτούν αναπόφευκτα και γεωπολιτική διάσταση.
Η Άγκυρα δημοσίευσε στις 15 Αυγούστου τα σχετικά προεδρικά διατάγματα, οριοθετώντας ένα πάρκο στο Βόρειο Αιγαίο, στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, και ένα δεύτερο στην Ανατολική Μεσόγειο, σε θαλάσσια περιοχή ανατολικά της Ρόδου και γύρω από το Καστελόριζο.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η δημιουργία των πάρκων, αλλά το πώς χαράσσονται τα όριά τους και τι αντίληψη αποτυπώνουν για τις θαλάσσιες ζώνες.
Το περιβάλλον συναντά το Δίκαιο της Θάλασσας
Η βασική δυσκολία είναι ότι ένα θαλάσσιο πάρκο δεν δημιουργεί από μόνο του κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα. Πρόκειται για καθεστώς περιβαλλοντικής προστασίας.
Ωστόσο, όταν ένα κράτος χαράσσει μονομερώς τα όρια ενός πάρκου σε θαλάσσια περιοχή όπου υπάρχει αμφισβήτηση ή δεν έχει ολοκληρωθεί οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, η κίνηση μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη πολιτική και νομική σημασία.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο Αιγαίο.
Η Ελλάδα υποστηρίζει, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας και της σχετικής διεθνούς νομολογίας, ότι τα νησιά διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη, ενώ η Τουρκία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση σε ό,τι αφορά την έκταση και την επήρεια των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Η ελληνική Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο, που εγκρίθηκε το 2025, αναφέρει ρητά ότι ο σχεδιασμός στηρίζεται στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και στη διεθνή νομολογία και αναγνωρίζει ότι τα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα ηπειρωτικά εδάφη.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι μονομερείς ελληνικές ενέργειες στο Αιγαίο δεν μπορούν να δημιουργούν νομικά τετελεσμένα ως προς τις εκκρεμείς ελληνοτουρκικές διαφορές. Τον Ιούλιο του 2025, μάλιστα, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, σχολιάζοντας τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα, υποστήριξε ότι τέτοιες μονομερείς ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες και επανέλαβε την πρόταση για συνεργασία Ελλάδας και Τουρκίας σε περιβαλλοντικά ζητήματα.
Η «σφήνα» μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πάρκο στο Βόρειο Αιγαίο.
Η τουρκική οριοθέτηση ακολουθεί τη γνωστή τουρκική προσέγγιση για τη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου, αντιμετωπίζοντας την περιοχή με βάση τη γεωγραφία των ηπειρωτικών ακτών Ελλάδας και Τουρκίας και όχι με βάση την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.
Έτσι, το πάρκο εμφανίζεται να καταλαμβάνει θαλάσσια περιοχή μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, δημιουργώντας μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωγραφική «ζώνη» σε μια περιοχή όπου οι δύο χώρες δεν έχουν συμφωνήσει οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της διαφοράς: η ίδια θαλάσσια περιοχή μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το πώς θεωρεί κανείς ότι πρέπει να χαραχθούν οι θαλάσσιες ζώνες των ελληνικών νησιών.
Δεν πρόκειται επομένως απλώς για έναν χάρτη ενός περιβαλλοντικού πάρκου. Ο χάρτης αποτυπώνει ταυτόχρονα τη διαφορετική αντίληψη Αθήνας και Άγκυρας για το πού μπορούν να εκτείνονται τα αντίστοιχα θαλάσσια δικαιώματα.
Το ακόμη πιο ευαίσθητο Καστελόριζο
Ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική βαρύτητα έχει το δεύτερο πάρκο, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η περιοχή εκτείνεται ανατολικά της Ρόδου και γύρω από το Καστελόριζο, δηλαδή σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα σημεία της ελληνοτουρκικής διαφοράς.
Το Καστελόριζο βρίσκεται μόλις λίγα χιλιόμετρα από τις τουρκικές ακτές, αλλά σύμφωνα με την ελληνική θέση αποτελεί ελληνικό νησί με δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Η Τουρκία, αντίθετα, έχει διαχρονικά αμφισβητήσει την έκταση της επήρειας του συμπλέγματος στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Η συγκεκριμένη περιοχή είναι επίσης μέρος του ευρύτερου ζητήματος της μη οριοθετημένης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών.
Γι’ αυτό και η χάραξη ενός τουρκικού θαλάσσιου πάρκου στην περιοχή δεν μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά ως περιβαλλοντική πολιτική. Η γεωγραφία του πάρκου συναντά ακριβώς τη γεωγραφία της ελληνοτουρκικής διαφοράς.
Η απάντηση στις ελληνικές κινήσεις
Η χρονική συγκυρία είναι επίσης σημαντική.
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει από το 2025 στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα συνολικό πλαίσιο για την οργάνωση των ελληνικών θαλάσσιων δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, η Αθήνα προχώρησε στη θεσμοθέτηση μεγάλων θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στο Νότιο Αιγαίο. Το πάρκο των Νοτίων Κυκλάδων βρίσκεται πλέον σε διαδικασία ολοκλήρωσης της θεσμικής του θωράκισης, ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει την πολιτική αυτή βασικό μέρος της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Η Τουρκία είχε αντιδράσει στις ελληνικές κινήσεις ήδη από το 2024 και επανέφερε τις ενστάσεις της το 2025, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα δεν μπορούν να έχουν συνέπειες στις εκκρεμείς διαφορές του Αιγαίου.
Τα τουρκικά πάρκα, επομένως, μπορούν να ιδωθούν και ως απάντηση στην ελληνική στρατηγική, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν διαφορετικούς χάρτες και διαφορετικές αντιλήψεις για τον θαλάσσιο χώρο.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η υπόθεση είναι σύνθετη ακριβώς επειδή δύο διαφορετικές ατζέντες συμπίπτουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Από τη μία βρίσκεται η πραγματική ανάγκη προστασίας του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, δύο περιοχών με εξαιρετικά σημαντική θαλάσσια βιοποικιλότητα. Η Ελλάδα, άλλωστε, παρουσιάζει τα δικά της πάρκα ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, με στόχο την επέκταση των προστατευόμενων περιοχών.
Από την άλλη βρίσκεται η ανεπίλυτη ελληνοτουρκική διαφορά για τις θαλάσσιες ζώνες.
Και αυτό είναι που κάνει την τελευταία τουρκική κίνηση ιδιαίτερα σημαντική: δεν χρειάζεται ένα θαλάσσιο πάρκο να δημιουργεί από μόνο του νομικό τίτλο κυριαρχίας για να έχει πολιτική σημασία. Αρκεί ο χάρτης που το συνοδεύει να αποτυπώνει την αντίληψη ενός κράτους για το πού θεωρεί ότι εκτείνονται τα δικαιώματά του.
Με αυτή την έννοια, οι δύο νέες τουρκικές προστατευόμενες περιοχές λειτουργούν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: ως περιβαλλοντική πολιτική και ως γεωπολιτικός χάρτης.
Και το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν Αθήνα και Άγκυρα θα μπορέσουν να διαχωρίσουν την αναγκαία προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τις διαφορές τους για τις θαλάσσιες ζώνες — ή αν ακόμη και η προστασία της θάλασσας θα συνεχίσει να αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

