Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 89 ετών ο κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και πολιτικός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Ο θάνατός του κλείνει ένα κεφάλαιο της ελληνικής κοινωνιολογίας, της δημόσιας σκέψης και της μεταπολιτευτικής διανόησης.
Η πορεία του υπήρξε ένα συνεχές ταξίδι ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, στην ακαδημαϊκή έρευνα και τον δημόσιο διάλογο, στην Ελλάδα και τον κόσμο. Ένας άνθρωπος που δεν φοβήθηκε να μιλήσει για τα δύσκολα, να αναμετρηθεί με τα μεγάλα ερωτήματα και να σταθεί απέναντι στην εξουσία με καθαρό βλέμμα.
Παιδικά χρόνια και οι πρώτες ρωγμές στον κόσμο
Γεννημένος στην Αθήνα το 1937, μέσα σε μια οικογένεια με βαριά παράδοση στη νομική και την πολιτική, ο Τσουκαλάς μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και συζητήσεις. Η Κατοχή, οι βομβαρδισμοί, η σιωπή στους δρόμους, οι εικόνες των Γερμανών στη Βασιλίσσης Σοφίας – όλα αυτά έγιναν το πρώτο υλικό της κοινωνικής του ευαισθησίας.
Αλλά η στιγμή που τον καθόρισε ήρθε νωρίς: η παρουσία του, ως παιδί, στη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη.
Ο πατέρας του, δικηγόρος του Μπελογιάννη, του είπε τη φράση που τον σημάδεψε για πάντα: «Παιδί μου, αυτόν τον άνθρωπο θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του».
Από εκείνη τη στιγμή, όπως ο ίδιος έχει πει, «εμμέσως ο Μπελογιάννης με έκανε αριστερό».
Από τη Νομική στη κοινωνιολογία: Η διαμόρφωση ενός στοχαστή
Παρότι γράφτηκε στη Νομική, η καρδιά του ήταν αλλού. Μετά από σύντομη δικηγορική πορεία (1961–1968), στράφηκε στην έρευνα και στις κοινωνικές επιστήμες. Σπούδασε στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι και στο Γέιλ, και το 1974 αναγορεύτηκε διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.
Από το 1968 έως το 1985 δίδαξε ως τακτικός καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, ενώ από το 1985 συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Παράλληλα, υπήρξε ερευνητής στο CNRS, επιστημονικός διευθυντής και αργότερα πρόεδρος του ΕΚΚΕ, πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Κοινωνιολόγων, μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια σε Ευρώπη και Αμερική.
Το 2025, η εκλογή του ως τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών αποτέλεσε μια ύστατη αναγνώριση της διαδρομής του.
Ο δημόσιος λόγος και η πολιτική σκέψη
Ο Τσουκαλάς δεν ήταν απλώς ένας ακαδημαϊκός. Ήταν ένας δημόσιος διανοούμενος που μιλούσε με καθαρότητα για την κρίση, την κοινωνική βία, την απονομιμοποίηση των θεσμών, την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου.
Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές του παρεμβάσεις στη LiFO, μιλώντας για την κρίση του 2008–2009, είπε:
«Η ανεργία γεννά τους λούμπεν».
Και αλλού, σε μια συνέντευξη που συνοψίζει το πολιτικό του βλέμμα, διατύπωσε την ατάκα που έγινε σχεδόν πολιτική θεωρία: «Ο βασικός στόχος κάθε εξουσίας είναι να μην αλλάξει τίποτα».
(Πηγή: Συνέντευξη στη LiFO, Γιάννης Πανταζόπουλος, 3.5.2025)
Η αυτοκτονία του Νίκου Πουλαντζά, μπροστά στα μάτια του, υπήρξε ένα ακόμη τραύμα που τον καθόρισε. Η φιλία τους, βαθιά και δημιουργική, σημάδεψε την ελληνική διανόηση της μεταπολίτευσης.
Ο άνθρωπος πίσω από τον στοχαστή
Στις συνεντεύξεις του, ο Τσουκαλάς μιλούσε συχνά για το πώς η λογοτεχνία τον διαμόρφωσε: Βερν, Πόε, Σαίξπηρ, Καβάφης, οι κλασικοί της Δύσης. Μιλούσε για τη μητέρα του, μια καλλιεργημένη γυναίκα που ήξερε πέντε γλώσσες. Για το σπίτι γεμάτο βιβλία. Για το πώς η μοναξιά του μοναχοπαίδιου γίνεται υλικό σκέψης.
Ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε την κοινωνία όχι ως σύνολο θεσμών αλλά ως σύνολο εμπειριών. Πίστευε ότι η πραγματικότητα δεν χωράει εύκολα σε λέξεις όπως «εξέγερση» ή «επανάσταση». Πίστευε ότι πρέπει πρώτα να ακούσουμε τα φαινόμενα πριν τα ορίσουμε.
Η παρακαταθήκη
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς άφησε πίσω του ένα έργο που διαμόρφωσε γενιές κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων και στοχαστών. Έγραψε για την ελληνική κοινωνία με τρόπο που κανείς άλλος δεν τόλμησε: Με αυστηρότητα, με τρυφερότητα, με βαθιά γνώση και με ακόμη βαθύτερη αγωνία.
Η παρουσία του στον δημόσιο λόγο υπήρξε σταθερή, καθαρή και συχνά προφητική. Η απώλειά του δεν είναι μόνο απώλεια ενός επιστήμονα, αλλά ενός ανθρώπου που προσπάθησε να καταλάβει την Ελλάδα – και να μας βοηθήσει να την καταλάβουμε κι εμείς.
Η αποτέφρωσή του θα γίνει στη Ριτσώνα, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει. Η σκέψη του, όμως, θα συνεχίσει να συνοδεύει κάθε συζήτηση για την κοινωνία, την εξουσία, την κρίση, την Ελλάδα. Και ίσως τώρα, περισσότερο από ποτέ, η φράση του να ακούγεται σαν προειδοποίηση αλλά και σαν κάλεσμα: «Ο βασικός στόχος κάθε εξουσίας είναι να μην αλλάξει τίποτα».

