Τελικά, η ελληνική πολιτική έχει και soundtrack. Κάθε εποχή, κάθε κυβέρνηση, κάθε προεκλογική περίοδος αποκτά κάποια στιγμή το τραγούδι της. Και στη φετινή ΔΕΘ, ένας στίχος βρήκε τον δρόμο του από το πάλκο στο πολιτικό βήμα: «Ωραία τα λες, μα έλα που σε ξέρω». Μόνο που, αν το καλοσκεφτούμε, ο στίχος αυτός δεν χρειάζεται απαραίτητα αποδέκτη.
- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου, Δημοσιογράφος
Θα μπορούσε να είναι η πιο σύντομη περιγραφή της σχέσης της ελληνικής κοινωνίας με την πολιτική. Γιατί ο Έλληνας ψηφοφόρος έχει πλέον ακούσει πολλά.
Έχει ακούσει για «νέα ξεκινήματα», για «τομές», για «μεταρρυθμίσεις», για «ισχυρή ανάπτυξη», για «καλύτερες ημέρες». Έχει ακούσει για πακέτα μέτρων, ελαφρύνσεις, ενισχύσεις, αυξήσεις, επιδόματα, φορολογικές ανάσες και κοινωνικές παρεμβάσεις.
Κάθε τόσο ανοίγει και ένα καινούργιο «πακέτο».
Μόνο που η ελληνική οικογένεια έχει ένα δικό της πακέτο. Και συνήθως είναι σακούλα σουπερμάρκετ. Εκεί γίνεται η πιο αυστηρή δημοσιονομική αξιολόγηση της χώρας. Όχι στα excel, αλλά στο ταμείο.
Εκεί ο πολίτης δεν χρειάζεται οικονομολόγο για να καταλάβει τι συμβαίνει. Βλέπει τον λογαριασμό, κοιτάζει το πορτοφόλι και κάνει μόνος του τον υπολογισμό.
Και κάπως έτσι δημιουργείται η μεγάλη απόσταση της σύγχρονης πολιτικής. Από τη μία η εξαγγελία. Από την άλλη η καθημερινότητα. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η πραγματική ζωή.
Γιατί μια πολιτική ανακοίνωση μπορεί να είναι απολύτως σωστή, κοστολογημένη και δημοσιονομικά εφικτή. Μπορεί να περιλαμβάνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και να παρουσιάζεται ως σημαντική παρέμβαση.
Και μπορεί πράγματι να είναι.
Το ερώτημα, όμως, που ενδιαφέρει τον πολίτη είναι πολύ πιο πεζό: «Εγώ τι θα δω στην τσέπη μου;».
Είναι ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να δεχθεί ένας πολιτικός. Γιατί δεν απαντιέται με ποσοστά ανάπτυξης. Δεν απαντιέται με διαγράμματα. Δεν απαντιέται με τη φράση «δημιουργούμε δημοσιονομικό χώρο».
Ο πολίτης δεν ξυπνά το πρωί και λέει «ευτυχώς, δημιουργήθηκε δημοσιονομικός χώρος». Ξυπνά και σκέφτεται αν θα προλάβει να πληρώσει τον λογαριασμό.
Αυτή είναι η μικρή, σχεδόν αόρατη επανάσταση της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική γλώσσα.
Οι άνθρωποι έχουν γίνει περισσότερο καχύποπτοι. Όχι επειδή δεν θέλουν να πιστέψουν. Αλλά επειδή έχουν μάθει.
Έχουν δει εξαγγελίες να μεγαλώνουν πριν από τις εκλογές και να μικραίνουν όταν φτάνει η ώρα της εφαρμογής. Έχουν δει μέτρα να ανακοινώνονται ως «ιστορικά» και ύστερα να χάνονται μέσα στις υποσημειώσεις. Έχουν μάθει να περιμένουν να δουν την τελική μορφή ενός μέτρου πριν πανηγυρίσουν.
Και κυρίως έχουν αποκτήσει μνήμη. Αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο για την πολιτική. Η μνήμη του πολίτη.
Γιατί μπορείς να αλλάξεις σύνθημα. Μπορείς να αλλάξεις επικοινωνιακή στρατηγική. Μπορείς να παρουσιάσεις μια νέα ομάδα, ένα νέο πρόγραμμα, ένα νέο αφήγημα.
Δεν μπορείς όμως να αλλάξεις εύκολα την εμπειρία ενός ανθρώπου.
Αν κάποιος δυσκολεύεται να βρει σπίτι, θα θυμάται το ενοίκιο.
Αν δυσκολεύεται να μεγαλώσει παιδιά, θα θυμάται το κόστος.
Αν εργάζεται περισσότερο αλλά αισθάνεται ότι δεν του μένει τίποτα στην άκρη, θα θυμάται τον μισθό του.
Αν είναι συνταξιούχος και κάθε μήνα κάνει λογαριασμό μέχρι το τελευταίο ευρώ, θα θυμάται τη σύνταξή του.
Κι αν είναι νέος και αισθάνεται ότι πρέπει να φύγει από το σπίτι των γονιών του όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά μια δική του ζωή, θα θυμάται πολύ περισσότερο από μια προεκλογική εξαγγελία.
Γι’ αυτό και η πολιτική των εξαγγελιών βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα παράδοξο.
Όσο περισσότερα υπόσχεται, τόσο μεγαλύτερη είναι η απαίτηση της κοινωνίας να αποδείξει ότι μπορούν να γίνουν.
Δεν αρκεί πια το «τι θα κάνουμε». Έρχεται αμέσως το «πώς».
Και μετά το ακόμη δυσκολότερο: «Πότε;».
Και στο τέλος το απολύτως αμείλικτο: «Για μένα;».
Εκεί τελειώνει η πολιτική σκηνή και αρχίζει η κοινωνία.
Εκεί σταματούν τα χειροκροτήματα και αρχίζουν οι λογαριασμοί.
Ίσως λοιπόν ο συγκεκριμένος στίχος να αξίζει να μείνει λίγο περισσότερο στην πολιτική επικαιρότητα. Όχι ως ατάκα για έναν αντίπαλο, αλλά ως υπενθύμιση προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
«Ωραία τα λες».
Αυτό το αναγνωρίζει η κοινωνία.
Ακούει, ενδιαφέρεται, περιμένει, ελπίζει.
Αλλά μετά έρχεται το δεύτερο μισό του στίχου:
«Μα έλα που σε ξέρω».
Σε ξέρω από όσα υποσχέθηκες.
Σε ξέρω από όσα έκανες.
Σε ξέρω από όσα δεν πρόλαβες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες να κάνεις.
Και, κυρίως, σε ξέρω από το αποτέλεσμα.
Γιατί στο τέλος η πολιτική δεν μετριέται μόνο με το πόσο ωραία ακούγεται. Μετριέται με το πόσο διαφορετικά ξυπνά ο πολίτης την επόμενη ημέρα.
Αν κοιμάται λίγο πιο ήσυχος.
Αν μπορεί να πληρώσει λίγο πιο εύκολα.
Αν μπορεί να σχεδιάσει λίγο πιο μακριά.
Αν αισθάνεται ότι η ζωή του δεν είναι ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός από τον έναν λογαριασμό στον άλλον.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη εξαγγελία απ’ όλες: Να πεις κάτι που η κοινωνία δεν θα χρειαστεί να περιμένει για να δει αν ήταν αλήθεια.
Να το ζήσει.
Γιατί οι πολιτικοί μπορεί να αλλάζουν τραγούδια.
Η κοινωνία όμως κρατάει τον ρυθμό.
Και πλέον ξέρει πολύ καλά πότε η μουσική είναι πραγματική και πότε απλώς παίζει για να γεμίσει τη σιωπή.

