Λονδίνο και Δουβλίνο παρέπεμψαν στη Συμφωνία της Μεγάλης ΠαρασκευήςΣυμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής , γνωστή και ως Συμφωνία του Μπέλφαστ – Έντονη απάντηση από τα ενωτικά κόμματα της Βόρειας Ιρλανδίας
Έντονες πολιτικές αντιδράσεις προκάλεσε η δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της επανένωσης της Ιρλανδίας, κατά τη συνάντησή του με τον Ιρλανδό πρωθυπουργό Μιχόλ Μάρτιν στο Δουβλίνο.
«Δεν θέλω να προκαλέσω προβλήματα, αλλά θα ήθελα πολύ να δω την Ιρλανδία ενωμένη», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, παρεμβαίνοντας σε ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά και συνταγματικά ζητήματα της περιοχής.
Η Ντάουνινγκ Στριτ διευκρίνισε ότι η θέση της βρετανικής κυβέρνησης παραμένει αμετάβλητη, παραπέμποντας στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998. Η ιστορική συμφωνία προβλέπει ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο συνταγματικό καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας μπορεί να προκύψει μόνο με τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας των κατοίκων της.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ έχει δεσμευθεί ότι θα τηρήσει πλήρως τη συμφωνία. Όπως έχει επισημάνει, η προκήρυξη δημοψηφίσματος αποτελεί αρμοδιότητα του υπουργού για τη Βόρεια Ιρλανδία και μπορεί να εξεταστεί μόνο όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η κοινή γνώμη τάσσεται υπέρ της αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.
Ανάλογη ήταν και η αντίδραση της ιρλανδικής κυβέρνησης. Εκπρόσωπος του Μιχόλ Μάρτιν δήλωσε ότι οι τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου δεν μεταβάλλουν την πολιτική του Δουβλίνου, υπογραμμίζοντας ότι η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής και οι κυβερνητικές δεσμεύσεις εξακολουθούν να ισχύουν.
Έντονη απάντηση των ενωτικών κομμάτων
Οι δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις στα ενωτικά κόμματα της Βόρειας Ιρλανδίας, τα οποία υποστηρίζουν την παραμονή της περιοχής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο ηγέτης του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (DUP), Γκάβιν Ρόμπινσον, τόνισε ότι το συνταγματικό μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας θα αποφασιστεί αποκλειστικά από τους κατοίκους της και όχι από δηλώσεις που γίνονται στο Λονδίνο, στο Δουβλίνο ή στην Ουάσιγκτον.
«Η Βόρεια Ιρλανδία αποτελεί μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου επειδή αυτή είναι η σταθερή δημοκρατική βούληση του λαού της», ανέφερε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να επιλέγουν την παραμονή τους στη βρετανική επικράτεια.
Ο αρχηγός του Ενωτικού Κόμματος του Ούλστερ (UUP), Τζον Μπάροους, αναγνώρισε το δικαίωμα του Αμερικανού προέδρου να εκφράζει την προσωπική του άποψη, ξεκαθάρισε όμως ότι η μόνη απόφαση που έχει σημασία είναι εκείνη του λαού της Βόρειας Ιρλανδίας.
Όπως υποστήριξε, η περιοχή είναι ασφαλέστερη και περισσότερο ευημερούσα εντός του Ηνωμένου Βασιλείου και θα πρέπει να παραμείνει σε αυτό.
Ακόμη οξύτερη ήταν η αντίδραση του επικεφαλής της Παραδοσιακής Ενωτικής Φωνής (TUV), Τζιμ Άλιστερ. Κατηγόρησε τον Τραμπ ότι παρεμβαίνει σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και προειδοποίησε ότι η Βόρεια Ιρλανδία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως «πιόνι» σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση της αμερικανικής κυβέρνησης με το Λονδίνο.
Η τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για το μελλοντικό καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας. Ωστόσο, τόσο η βρετανική όσο και η ιρλανδική κυβέρνηση υπογράμμισαν ότι οποιαδήποτε εξέλιξη θα πρέπει να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά μέσα στο θεσμικό πλαίσιο που καθόρισε η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

