Η Ουάσιγκτον εξετάζει εμπορικές συμφωνίες με τη Μόσχα πριν από τον τερματισμό του πολέμου, την ώρα που ένα νέο νομοσχέδιο ανοίγει τον δρόμο για κυρώσεις και δασμούς έως 100% στους αγοραστές ρωσικής ενέργειας
Μια διαφορετική τακτική απέναντι στη Ρωσία φαίνεται να δοκιμάζει ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία παραμένουν εγκλωβισμένες στο αδιέξοδο του Ντονμπάς.
Σύμφωνα με τους New York Times, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να επιτρέψει ή ακόμη και να προωθήσει ορισμένες επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Μόσχα πριν σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Πρόκειται για αισθητή μετατόπιση σε σχέση με την προηγούμενη θέση του Τραμπ, ο οποίος είχε συνδέσει την οικονομική επαναπροσέγγιση με την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας.
Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάποια οριστική συμφωνία. Ωστόσο, το γεγονός ότι το ενδεχόμενο συζητείται δείχνει πως ο Λευκός Οίκος αναζητεί νέα κίνητρα για να φέρει τον Βλαντίμιρ Πούτιν σε ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Η νέα λογική του Λευκού Οίκου
Η αλλαγή αφορά κυρίως τη χρονική σειρά των κινήσεων. Αντί η οικονομική συνεργασία να αποτελεί ανταμοιβή μετά την ειρήνη, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί νωρίτερα ως κίνητρο για την έναρξη μιας νέας σχέσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η Ρωσία έχει ήδη παρουσιάσει στις ΗΠΑ σειρά πιθανών συνεργασιών, από επενδύσεις σε σπάνιες γαίες και αλουμίνιο έως κοινά έργα στην Αρκτική. Στις ρωσικές προτάσεις φέρεται να περιλαμβάνεται ακόμη και η συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών στη διάθεση ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Η αμερικανική πλευρά εκτιμά ότι τέτοιες συμφωνίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν οικονομικά συμφέροντα υπέρ μιας αποκλιμάκωσης και να ενθαρρύνουν μέλη της ρωσικής επιχειρηματικής και πολιτικής ελίτ να πιέσουν για συμβιβασμό.
Οι επικριτές της προσέγγισης προειδοποιούν, αντίθετα, ότι η Μόσχα ενδέχεται να εισπράξει οικονομικά και πολιτικά οφέλη χωρίς να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις. Για το Κίεβο και αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μια πρόωρη εξομάλυνση των σχέσεων θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιβράβευση της ρωσικής επιθετικότητας.
Το Κογκρέσο επιστρατεύει το «Plan B»
Την ίδια ώρα, το αμερικανικό Κογκρέσο κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με διακομματική πλειοψηφία 262 έναντι 159 ψήφων ενέκρινε νομοσχέδιο που προβλέπει νέες κυρώσεις στον ρωσικό ενεργειακό και χρηματοπιστωτικό τομέα.
Το νομοθέτημα παρέχει στον πρόεδρο τη δυνατότητα να επιβάλλει δασμούς έως και 100% σε χώρες που αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Στο στόχαστρο βρίσκονται επίσης Ρώσοι αξιωματούχοι, επιχειρηματίες, τράπεζες και ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά πετρελαίου.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι προτίθεται να υπογράψει το νομοσχέδιο. Ωστόσο, η εφαρμογή πολλών από τα μέτρα θα εξαρτηθεί από τις δικές του αποφάσεις. Συνεπώς, το νομοσχέδιο λειτουργεί περισσότερο ως ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο παρά ως μηχανισμός αυτόματων κυρώσεων.
Η επιβολή δασμών στους αγοραστές ρωσικής ενέργειας θα μπορούσε, πάντως, να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες. Η Ινδία έχει ήδη προειδοποιήσει ότι οι δευτερογενείς κυρώσεις μπορεί να επιβαρύνουν τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και να προκαλέσουν αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου.
Το αγκάθι του Ντονμπάς
Στην καρδιά του αδιεξόδου παραμένει η απαίτηση της Μόσχας να αποχωρήσουν οι ουκρανικές δυνάμεις από τις περιοχές του Ντονμπάς που εξακολουθούν να ελέγχουν. Η ουκρανική κυβέρνηση απορρίπτει την απαίτηση, θεωρώντας ότι ισοδυναμεί με παράδοση εδάφους το οποίο η Ρωσία δεν κατόρθωσε να καταλάβει στρατιωτικά.
Κατά την πρόσφατη συνάντηση των Αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ με τον Πούτιν στο Κρεμλίνο, ο Ρώσος πρόεδρος εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι δυνάμεις του μπορούν να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή. Ο Κούσνερ φέρεται να του υπενθύμισε ότι είχε διατυπώσει την ίδια πρόβλεψη και έναν χρόνο νωρίτερα, χωρίς να την έχει πραγματοποιήσει.
Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι οι δύο απεσταλμένοι επισκέφθηκαν τη Μόσχα στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια μετέβησαν στο Κίεβο για συνομιλίες με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Λευκός Οίκος
Οι διαπραγματεύσεις ενδέχεται να επαναληφθούν τον Οκτώβριο, με μια περιορισμένη εκεχειρία να θεωρείται πιθανότερη από μια συνολική συμφωνία. Μεταξύ των προτάσεων που εξετάζονται είναι η διακοπή των επιθέσεων εναντίον ενεργειακών υποδομών ή η προστασία της ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα.
Η νέα στρατηγική του Τραμπ διαμορφώνεται, επομένως, γύρω από δύο παράλληλες επιλογές: οικονομικά κίνητρα προς τη Ρωσία και απειλή σκληρών κυρώσεων εάν η Μόσχα αρνηθεί να συμβιβαστεί. Το αν πρόκειται για αποτελεσματικό συνδυασμό «καρότου και μαστιγίου» ή για παραχωρήσεις που θα ενισχύσουν τον Πούτιν θα κριθεί από ένα βασικό αποτέλεσμα: εάν η Ρωσία δεχθεί πραγματική εκεχειρία χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει όσα δεν κατάφερε να επιβάλει στο πεδίο της μάχης.

