Η Κίνα συμφώνησε τον Μάιο να αγοράσει τουλάχιστον 200 αμερικανικά αεροσκάφη, αλλά οι παραγγελίες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί – Το Πεκίνο συνδέει τώρα τις εμπορικές του ανάγκες με τις ευρύτερες διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον καθώς ο πρόεδρος Σι επισκέπτεται την αμερικανική πρωτεύουσα στις 23 – 24 Σεπτεμβρίου
Από το αποτέλεσμα της επικείμενης συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον ενδέχεται να κριθεί η τύχη της μεγάλης συμφωνίας για την αγορά τουλάχιστον 200 αεροσκαφών Boeing από την Κίνα.
Η αρχική συμφωνία ανακοινώθηκε κατά την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο τον περασμένο Μάιο και παρουσιάστηκε ως μία από τις σημαντικότερες εμπορικές επιτυχίες των συνομιλιών. Τέσσερις μήνες αργότερα, ωστόσο, δεν έχουν ακόμη υπογραφεί οι επιμέρους παραγγελίες ούτε έχουν γνωστοποιηθεί τα μοντέλα των αεροσκαφών, οι χρόνοι παράδοσης και οι κινεζικές αεροπορικές εταιρείες που θα τα παραλάβουν.
Παράγοντες της αεροπορικής βιομηχανίας εκτιμούν ότι η καθυστέρηση δεν σημαίνει απαραίτητα πως η συμφωνία έχει ναυαγήσει. Αντίθετα, θεωρούν ότι το Πεκίνο διατηρεί την παραγγελία ως ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί ενόψει της συνάντησης των δύο προέδρων.
«Το ζήτημα συνοψίζεται σε τρία ερωτήματα: εάν, πότε και τι», ανέφερε πρώην στέλεχος μεγάλης κρατικής αεροπορικής εταιρείας της Κίνας, το οποίο είχε την ευθύνη διαχείρισης στόλου και τεχνικών υπηρεσιών.
Όπως εξήγησε, το πρώτο ερώτημα –εάν δηλαδή η Κίνα θα αγοράσει αεροσκάφη Boeing– έχει ουσιαστικά απαντηθεί θετικά. Εκείνο που απομένει είναι να αποφασιστούν ο χρόνος ενεργοποίησης των παραγγελιών, τα συγκεκριμένα μοντέλα και η κατανομή τους μεταξύ των κινεζικών αεροπορικών εταιρειών.
Η πρώτη μεγάλη συμφωνία με την Boeing εδώ και σχεδόν μία δεκαετία
Η αγορά των 200 αεροσκαφών θα αποτελούσε την πρώτη μεγάλη κινεζική παραγγελία προς την Boeing εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια.
Μετά τη συμφωνία του Μαΐου, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας είχε χαρακτηρίσει την αεροπορία τομέα στον οποίο οι δύο χώρες μπορούν να αναπτύξουν «αμοιβαία επωφελή συνεργασία». Είχε επίσης αναφέρει ότι οι δύο πρόεδροι κατέληξαν σε «σημαντική συναίνεση», χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Ο Λευκός Οίκος είχε παρουσιάσει τα 200 αεροσκάφη ως μια «αρχική αγορά». Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι, εφόσον εκπληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις, η Κίνα θα μπορούσε να δεσμευτεί για την αγορά έως και 750 αεροσκαφών.
Μέχρι στιγμής, πάντως, ούτε οι κινεζικές κρατικές υπηρεσίες ούτε οι αεροπορικές εταιρείες της χώρας έχουν ανακοινώσει συγκεκριμένες παραγγελίες. Δεν έχει επίσης διευκρινιστεί εάν η συμφωνία θα αφορά κυρίως τα αεροσκάφη στενής ατράκτου 737 MAX, τα μεγαλύτερα 787 Dreamliner ή συνδυασμό διαφορετικών μοντέλων.
Κατά τους αναλυτές, οι τελικές αποφάσεις δεν θα ληφθούν αποκλειστικά με εμπορικά κριτήρια. Θα εξαρτηθούν και από τις ευρύτερες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο για το εμπόριο, την τεχνολογία, τους δασμούς και την πρόσβαση κινεζικών επιχειρήσεων σε αμερικανικά προϊόντα.
«Σιωπηλή περίοδος» στο Πεκίνο
Πηγή της Air China επιβεβαίωσε ότι ο κινεζικός εθνικός αερομεταφορέας συμμετέχει στις συζητήσεις για πιθανή παραγγελία αεροσκαφών Boeing.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι μεμονωμένες αεροπορικές εταιρείες δεν μπορούν να λάβουν μόνες τους την τελική απόφαση. Απαιτείται συντονισμός με την Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων, τον κεντρικό φορέα οικονομικού σχεδιασμού της Κίνας, καθώς και πολιτική έγκριση από την κινεζική ηγεσία.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το Πεκίνο τηρεί προς το παρόν μια «περίοδο σιωπής» γύρω από τη συμφωνία. Οι αεροπορικές εταιρείες προετοιμάζονται και συνεχίζουν τις τεχνικές επαφές, χωρίς δημόσιες δηλώσεις.
Ο Σιν Τσιανγκ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φουντάν, επισήμανε ότι τους τελευταίους μήνες εντείνονται στο εσωτερικό της Κίνας οι εισηγήσεις υπέρ της αγοράς αεροσκαφών Boeing.
Όπως ανέφερε, η επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί από μόνη της ένδειξη αποκλιμάκωσης της έντασης και προσφέρει την κατάλληλη πολιτική ευκαιρία για να προχωρήσει η συμφωνία.
Η Boeing παράγει ένα από τα ελάχιστα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας τα οποία η Κίνα χρειάζεται πραγματικά και οι ΗΠΑ μπορούν να διαθέσουν σε μεγάλες ποσότητες. Για τον λόγο αυτό, μια αεροπορική συμφωνία μπορεί να προσφέρει ένα απτό αποτέλεσμα από τη συνάντηση των δύο ηγετών.
Η Boeing δηλώνει ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται
Ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing, Κέλι Όρτμπεργκ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τον Μάιο ότι οι επίσημες παραγγελίες από την Κίνα θα ακολουθούσαν αργότερα μέσα στο έτος, καθώς απέμενε να συμφωνηθούν οι λεπτομέρειες με τους πελάτες.
Ο Όρτμπεργκ είχε συνοδεύσει τον Τραμπ στο Πεκίνο ως μέλος της αμερικανικής επιχειρηματικής αποστολής. Όπως είχε δηλώσει, βασικός στόχος του ήταν να ανοίξει ξανά η κινεζική αγορά για την Boeing, κάτι που, κατά την εκτίμησή του, επιτεύχθηκε.
Τον Ιούλιο ανέφερε ότι η κινεζική κυβέρνηση θα κατανείμει τον συνολικό αριθμό των αεροσκαφών μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών και στη συνέχεια η Boeing θα διαπραγματευτεί ξεχωριστά τις συμβάσεις με κάθε αερομεταφορέα.
«Βρισκόμαστε ήδη στη διαδικασία αυτή και αναμένουμε ότι σύντομα θα έχουμε συμβόλαια», είχε δηλώσει στο CNBC.
Οι μεγάλες παραγγελίες προς την Airbus
Η προηγούμενη μεγάλη συμφωνία της Κίνας με την Boeing είχε ανακοινωθεί το 2017, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ. Αφορούσε 300 αεροσκάφη συνολικής αξίας περίπου 37 δισ. δολαρίων.
Στη συνέχεια, όμως, η Boeing βρέθηκε ουσιαστικά εκτός της κινεζικής αγοράς. Η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, ο εμπορικός πόλεμος και τα προβλήματα ασφαλείας της αμερικανικής εταιρείας περιόρισαν δραστικά τις νέες παραγγελίες.
Κατά το ίδιο διάστημα, το Πεκίνο στράφηκε προς την ευρωπαϊκή Airbus. Μεγάλες κινεζικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι China Eastern, China Southern, Air China, Xiamen Air και Spring Airlines, έχουν υπογράψει συμφωνίες για την αγορά εκατοντάδων ευρωπαϊκών αεροσκαφών.
Η πλήρης αντικατάσταση της Boeing από την Airbus, ωστόσο, δεν είναι εύκολη. Ορισμένοι κινεζικοί αερομεταφορείς, όπως η Shanghai Airlines και η Shandong Airlines, διαθέτουν στόλους που αποτελούνται αποκλειστικά ή σε πολύ μεγάλο βαθμό από αεροσκάφη Boeing.
Οι εταιρείες αυτές χρειάζονται νέα αεροπλάνα για να αντικαταστήσουν παλαιότερα αεροσκάφη και να καλύψουν την αυξανόμενη επιβατική κίνηση. Η αλλαγή κατασκευαστή συνεπάγεται υψηλό κόστος, καθώς απαιτεί διαφορετική εκπαίδευση πληρωμάτων, νέα προγράμματα συντήρησης, διαφορετικά ανταλλακτικά και προσαρμογή των τεχνικών υποδομών.
«Η Κίνα χρειάζεται την Boeing», σημείωσε το πρώην στέλεχος της αεροπορικής βιομηχανίας. «Η διαπραγματευτική τέχνη για το Πεκίνο βρίσκεται στην εξισορρόπηση των εμπορικών αναγκών με τα γεωπολιτικά ανταλλάγματα».
Στο τραπέζι οι κινητήρες του κινεζικού C919
Ένα από τα σημαντικότερα ανταλλάγματα που αναμένεται να διεκδικήσει η κινεζική πλευρά αφορά τη διασφάλιση της εφοδιαστικής αλυσίδας για το εγχώρια κατασκευασμένο επιβατικό αεροσκάφος C919.
Το C919 συναρμολογείται στην Κίνα από την κρατική Comac και αποτελεί τον πρώτο σοβαρό κινεζικό ανταγωνιστή των Boeing 737 MAX και Airbus A320neo. Ωστόσο, πολλά κρίσιμα εξαρτήματά του εξακολουθούν να προέρχονται από το εξωτερικό.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο κινητήρας LEAP-1C, ο οποίος παράγεται από τη CFM International, κοινοπραξία της αμερικανικής GE Aerospace και της γαλλικής Safran. Η εξάρτηση από δυτικούς κινητήρες, ηλεκτρονικά και άλλα συστήματα καθιστά το πρόγραμμα ευάλωτο σε εξαγωγικούς περιορισμούς ή σε νέα επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου είχε αναφέρει τον Μάιο ότι η Ουάσιγκτον θα εξασφάλιζε επαρκείς προμήθειες κινητήρων και ανταλλακτικών προς τις κινεζικές αεροπορικές εταιρείες και αεροναυπηγικές επιχειρήσεις.
Η αγορά των Boeing μπορεί, συνεπώς, να συνδεθεί με σαφέστερες και πιο δεσμευτικές αμερικανικές εγγυήσεις για την απρόσκοπτη προμήθεια εξαρτημάτων του C919.
Μια συμφωνία με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό
Για την Boeing, η επιστροφή στην κινεζική αγορά έχει μεγάλη οικονομική και στρατηγική σημασία. Η Κίνα αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη αεροπορική αγορά στον κόσμο και αναμένεται να χρειαστεί χιλιάδες νέα αεροσκάφη τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Για τον Τραμπ, μια οριστική συμφωνία θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως σημαντική επιτυχία της εμπορικής του πολιτικής και ως στήριξη της αμερικανικής βιομηχανίας και των θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για τον Σι Τζινπίνγκ, αντίστοιχα, η παραγγελία προσφέρει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο. Το Πεκίνο μπορεί να ικανοποιήσει τις πραγματικές ανάγκες των αεροπορικών εταιρειών του, εξασφαλίζοντας παράλληλα παραχωρήσεις σε ζητήματα τεχνολογίας, εξαγωγικών αδειών και εφοδιασμού του C919.
Η συμφωνία των 200 αεροσκαφών βρίσκεται επομένως στο σημείο όπου συναντώνται οι εμπορικές ανάγκες, ο ανταγωνισμός Boeing–Airbus και η ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.
Η συνάντηση Τραμπ–Σι, που έχει προγραμματιστεί για τις 24 Σεπτεμβρίου στον Λευκό Οίκο, μπορεί να δώσει την πολιτική ώθηση που απαιτείται για την οριστικοποίηση της συμφωνίας. Μέχρι τότε, οι κινεζικές αεροπορικές εταιρείες και η Boeing συνεχίζουν τις προετοιμασίες, ενώ η τελική απόφαση παραμένει στα χέρια των δύο προέδρων.

