Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την πολιτική παρέμβαση από την πολιτική αλαζονεία. Και τελευταία, όλο και περισσότεροι εκπρόσωποι του λαού μοιάζουν να την περνούν χωρίς καν να κοιτάζουν πίσω τους.
Είναι η στιγμή που ο βουλευτής, αντί να εξηγεί, εγκαλεί.
Αντί να ακούει, νουθετεί. Αντί να αναρωτιέται γιατί ένας πολίτης αγανακτεί, του υποδεικνύει περίπου πώς πρέπει να σκέφτεται, πώς πρέπει να συμπεριφέρεται και, ενίοτε, πώς πρέπει να αισθάνεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Ο βουλευτής δεν είναι δάσκαλος της κοινωνίας. Είναι εκπρόσωπός της. Δεν εξελέγη για να στέκεται απέναντι από τους πολίτες με το δάχτυλο σηκωμένο, αλλά για να στέκεται ανάμεσά τους και να μεταφέρει στο Κοινοβούλιο τις αγωνίες, τις απαιτήσεις και τις αντιφάσεις τους.
Και φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολιτικός οφείλει να χαϊδεύει αυτιά. Η πολιτική χρειάζεται δύσκολες αλήθειες, επιχειρήματα, συγκρούσεις και διαφωνίες. Άλλο όμως η αντιπαράθεση και άλλο η επίπληξη. Άλλο να πεις στον πολίτη «διαφωνώ μαζί σου» και άλλο να του πεις, με τον τρόπο σου, «δεν έχεις δικαίωμα να διαφωνείς μαζί μου». Η διαφορά είναι τεράστια. Και είναι, τελικά, διαφορά δημοκρατικού πολιτισμού.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ακόμη πιο βαθύ: η ματαιοδοξία της ατάκας. Η πολιτική επικοινωνία έχει μετατραπεί σε αγώνα ταχύτητας για το ποιος θα προλάβει να πει την πιο «δυνατή» φράση, εκείνη που θα γίνει τίτλος, θα κόψει ένα βίντεο για τα social media, θα αναπαραχθεί από sites και θα προσφέρει στον εμπνευστή της μερικά λεπτά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
Έρευνα για την πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα καταγράφει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση προς σύντομα, άμεσα και συναισθηματικά μηνύματα, ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα.
Και κάπου εδώ αρχίζει η παγίδα. Γιατί η ατάκα μπορεί να χαρίσει δημοσιότητα, αλλά σπάνια χαρίζει πολιτική λύση.
Ένας πολιτικός μπορεί να γίνει viral μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα. Δεν μπορεί όμως να λύσει μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την ανεργία, την ανασφάλεια ή την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η πολιτική, όμως, όλο και περισσότερο συμπεριφέρεται σαν να μπορεί.
Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο: οι πολιτικοί παραπονιούνται ότι η κοινωνία δεν τους εμπιστεύεται, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι συχνά συμμετέχουν σε μια πολιτική επικοινωνία σχεδιασμένη περισσότερο για το τηλεοπτικό απόσπασμα και το διαδικτυακό κλικ παρά για την ουσιαστική συζήτηση.
Και δεν είναι απλώς ελληνικό φαινόμενο. Η «λογική του μέσου» έχει επηρεάσει εδώ και χρόνια τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και παρουσιάζεται η πολιτική επικοινωνία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι πολιτικοί πρέπει να είναι επικοινωνιακοί. Φυσικά και πρέπει. Το ερώτημα είναι πότε η επικοινωνία αρχίζει να τρώει την πολιτική από μέσα.
Πότε η ανάγκη να κερδίσει κάποιος μια ατάκα γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη να κερδίσει ένα επιχείρημα.
Πότε το «να παίξω σήμερα στα δελτία» γίνεται σημαντικότερο από το «τι θα μείνει αύριο στην κοινωνία».
Και κυρίως: πότε ο πολιτικός ξεχνά ότι απέναντί του δεν έχει ένα τηλεοπτικό κοινό, αλλά ανθρώπους που ψηφίζουν, φορολογούνται, δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιο, μεγαλώνουν παιδιά, περιμένουν μια καλύτερη δημόσια υπηρεσία και έχουν κάθε δικαίωμα να είναι θυμωμένοι.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο δίλημμα: χαμηλό επίπεδο ή άγνοια κινδύνου;
Μπορεί να είναι και τα δύο. Αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μια κακή ατάκα. Είναι η σταδιακή κανονικοποίηση ενός πολιτικού ύφους όπου ο εκπρόσωπος αισθάνεται ότι βρίσκεται πάνω από τον εκπροσωπούμενο. Γιατί η αλαζονεία δεν αρχίζει όταν ο πολιτικός πιστεύει ότι είναι καλύτερος από τον πολίτη.
Αρχίζει όταν ξεχνά ότι χωρίς τον πολίτη δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν άνθρωπο που μιλάει σε ένα άδειο μικρόφωνο.
Και η δημοκρατία δεν χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους που κουνάνε το δάχτυλο. Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους που σηκώνουν το βάρος της ευθύνης.
Η διαφορά είναι μικρή επικοινωνιακά. Είναι όμως τεράστια πολιτικά.

