Οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στρατιωτική παρουσία τους, ενώ οι εξαγωγές των χωρών του Κόλπου ανακάμπτουν – Οι κίνδυνοι και το υψηλό κόστος μεταφοράς παραμένουν
Οικονομική πίεση, στρατιωτικές ενισχύσεις και σταδιακή ανάκαμψη των πετρελαϊκών εξαγωγών των γειτονικών του χωρών διαμορφώνουν ένα δυσκολότερο περιβάλλον για το Ιράν. Επτά μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με τις ΗΠΑ, η Τεχεράνη βλέπει τα δικά της έσοδα να περιορίζονται, ενώ η δυνατότητά της να επηρεάζει τις διεθνείς αγορές μέσω των Στενών του Ορμούζ φαίνεται να εξασθενεί.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το αεροπλανοφόρο USS Theodore Roosevelt κατευθύνεται προς τη Μέση Ανατολή, μαζί με πρόσθετες αμερικανικές δυνάμεις. Η ανάπτυξή του διευρύνει τις στρατιωτικές επιλογές της Ουάσιγκτον, χωρίς να έχει διευκρινιστεί εάν θα αντικαταστήσει κάποια από τις δυνάμεις που βρίσκονται ήδη στην περιοχή ή θα ενισχύσει τη συνολική παρουσία τους.
Παράλληλα, η ιρανική οικονομία δοκιμάζεται από τον αποκλεισμό, τις κυρώσεις και την υποχώρηση του νομίσματος. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Newmoney, ο πληθωρισμός πλησιάζει το 90%, ενώ το ριάλ έχει χάσει περίπου το ένα τέταρτο της αξίας του έναντι του δολαρίου μέσα σε δύο μήνες.
Προκαταρκτικές εκτιμήσεις του Bloomberg, τις οποίες επικαλείται το ίδιο δημοσίευμα, δείχνουν ότι τον Σεπτέμβριο δεν καταγράφηκαν νέες φορτώσεις ιρανικού αργού σε δεξαμενόπλοια. Ορισμένα κινεζικά διυλιστήρια εξακολουθούν να τροφοδοτούνται από αποθέματα που είχαν μεταφερθεί νωρίτερα στην Ασία, όμως η εξάντλησή τους θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τα πετρελαϊκά έσοδα της Τεχεράνης.
Την ίδια στιγμή, οι υπόλοιποι παραγωγοί του Κόλπου βρίσκουν τρόπους να διοχετεύουν περισσότερο πετρέλαιο στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ανάλυσης Kpler, που παρουσιάζει το RFE/RL, οι εξαγωγές αργού και συμπυκνωμάτων από την περιοχή, εξαιρουμένου του Ιράν, έφθασαν τουλάχιστον τα 16,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την 1η έως τις 28 Σεπτεμβρίου, επίπεδο αντίστοιχο με τον προπολεμικό μέσο όρο.
Η ανάκαμψη, όμως, στηρίζεται σε ένα διαφορετικό σύστημα μεταφοράς. Πριν από τον πόλεμο, περίπου το 83% των σχετικών εξαγωγών περνούσε από το Ορμούζ. Τον Σεπτέμβριο το ποσοστό περιορίστηκε περίπου στο 60%, καθώς το υπόλοιπο 40% ακολούθησε εναλλακτικές διαδρομές, αξιοποιώντας αγωγούς και υποδομές της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Ακόμη και για το πετρέλαιο που διασχίζει τα Στενά, η διαδικασία έχει αλλάξει. Σύμφωνα με την Kpler, περισσότερο από το 70% του αργού που πέρασε από το Ορμούζ τον Αύγουστο μεταφορτώθηκε σε άλλα δεξαμενόπλοια στον Κόλπο του Ομάν. Οι μεταφορτώσεις επιτρέπουν τη συνέχιση των εξαγωγών, αλλά προσθέτουν κόστος και επιχειρησιακές δυσκολίες.
Αυτές οι εξελίξεις περιορίζουν τη δυνατότητα του Ιράν να χρησιμοποιεί την απειλή κατά της ναυσιπλοΐας ως μέσο πίεσης. Δεν σημαίνουν, ωστόσο, ότι ο κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Η επιρροή της Τεχεράνης στηρίζεται στη δυνατότητα να καθιστά επικίνδυνη τη διέλευση, αναγκάζοντας τις ναυτιλιακές εταιρείες να συνυπολογίζουν επιθέσεις, ακριβότερη ασφάλιση και πιθανές καθυστερήσεις.
Η αναλύτρια ενεργειακών αγορών Έλεν Γουόλντ επισημαίνει στο RFE/RL ότι η αύξηση των ροών δεν αποτελεί επιστροφή στην κανονικότητα. Πλοία χρειάζονται αμερικανική στρατιωτική προστασία, ενώ ορισμένες εταιρείες αποδέχονται ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους για να συνεχίσουν τις μεταφορές.
Έτσι εξηγείται και γιατί η ανάκαμψη των εξαγωγών δεν οδηγεί αυτομάτως σε μεγάλη υποχώρηση των τιμών. Το πρόσθετο κόστος που προκαλεί ο πόλεμος παραμένει ενσωματωμένο στο πετρέλαιο, ενώ οι δυσκολίες στη διύλιση εξακολουθούν να πιέζουν την αγορά ντίζελ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπάρχουν και ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας. Σύμφωνα με το πρώτο δημοσίευμα, το Ιράν έχει προτείνει επταήμερη εκεχειρία, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί φέρεται να έχει θέσει την αποκατάσταση της πρόσβασης επιθεωρητών του ΟΗΕ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις ως μέρος μιας συνεννόησης για χαλάρωση των κυρώσεων.
Η πίεση, πάντως, δεν προδικάζει την αντίδραση της ιρανικής ηγεσίας. Μπορεί να ενισχύσει τη διάθεση για διαπραγμάτευση, αλλά και να οδηγήσει σε νέα κλιμάκωση. Οι πετρελαϊκές εξαγωγές του Κόλπου ανακάμπτουν και το περιθώριο πίεσης της Τεχεράνης περιορίζεται, όμως η ασφάλεια των μεταφορών παραμένει εύθραυστη.

