Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επικοινωνιακή στρατηγική που έχει επιλέξει ο πρώην πρωθυπουργός
και πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Αντώνης Σαμαράς. Ο λόγος είναι ότι δεν έχει ανακοινώσει ακόμη την ίδρυση νέου κόμματος, αφήνοντας, ωστόσο, το ενδεχόμενο να αιωρείται στη δημόσια σφαίρα. Το λεγόμενο «κόμμα Σαμαρά» δεν καταγράφεται απλώς στις δημοσκοπήσεις, αλλά εμφανίζεται να συγκεντρώνει
ποσοστά που θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική παρουσία, εφόσον τελικά ιδρυθεί. Αρκετές μετρήσεις, μάλιστα, δείχνουν ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό ή μη
κυβέρνησης. Μολονότι, όμως, οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται ενθαρρυντικές για τον Αντώνη Σαμαρά, ο ίδιος
δεν έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά του. Η επιλογή αυτή έχει αρκετά επικοινωνιακά πλεονεκτήματα.
του Βασίλη Βρανά, Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας
Αρχικά, αν η ανακοίνωση του νέου κόμματος γίνει στο αποκορύφωμα της προεκλογικής περιόδου, είναι πιθανό να προσελκύσει αυξημένη δημοσιότητα και να εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο στα μέσα ενημέρωσης. Οι
θέσεις του νέου φορέα και, κυρίως, οι υποψήφιοί του θα βρεθούν στο επίκεντρο της συζήτησης λίγες εβδομάδες πριν από τις εθνικές κάλπες.
Παράλληλα, στις τοπικές κοινωνίες θα γίνει γρήγορα γνωστό ότι ο τάδε ή ο δείνα υποψήφιος κατεβαίνει με
τον Σαμαρά. Ένα ακόμη επικοινωνιακό όφελος είναι ότι η καθυστέρηση της ανακοίνωσης περιορίζει τον χρόνο
που έχουν στη διάθεσή τους οι πολιτικοί αντίπαλοι για να μελετήσουν και να αντικρούσουν την πολιτική ατζέντα του νέου κόμματος. Όσο οι επίσημες θέσεις παραμένουν άγνωστες, η κριτική δυσκολεύεται να εστιάσει
σε συγκεκριμένες προτάσεις.
Επιπρόσθετα, όσο δεν ανακοινώνεται το κόμμα, δεν υπάρχει άμεση ανάγκη να εκπροσωπείται καθημερινά
στα μέσα ενημέρωσης. Έτσι, περιορίζονται οι πιθανότητες επικοινωνιακών λαθών και δημόσιων αντιπαραθέσεων. Αν, μάλιστα, επιλεγούν νέα πρόσωπα για να στελεχώσουν τον επικοινωνιακό μηχανισμό, η έλλειψη εμπειρίας τους θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετους κινδύνους.
Τέλος, η περιορισμένη και στοχευμένη παρουσία του πρώην πρωθυπουργού στον δημόσιο διάλογο μειώνει την εξάρτησή του από τα μέσα ενημέρωσης. Δεν χρειάζεται να διεκδικεί διαρκώς τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό χρόνο, καθώς οι παρεμβάσεις του μπορούν να αποκτούν ειδησεογραφική αξία ακριβώς επειδή είναι
επιλεκτικές. Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη. Η στρατηγική της αναμονής μπορεί να λειτουργήσει όσο το κόμμα παραμένει στη σφαίρα της θεωρίας. Θα αποδώσει,
άραγε, εξίσου όταν αυτή η πιθανότητα πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση;
Το πρώτο μειονέκτημα είναι ότι η παρατεταμένη ασάφεια ενδέχεται να προκαλέσει κόπωση ή δυσπιστία. Οι
ψηφοφόροι μπορεί αρχικά να ενδιαφέρονται για το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος, αλλά κάποια στιγμή θα
θελήσουν να μάθουν τι ακριβώς πρεσβεύει, ποιους εκπροσωπεί και ποιες λύσεις προτείνει. Αν οι απαντήσεις
καθυστερήσουν, η προσδοκία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αμφιβολία για το αν υπάρχει ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο.
Το δεύτερο μειονέκτημα αφορά την οργανωτική προετοιμασία. Ένα κόμμα δεν είναι μόνο ο αρχηγός του και
οι δημόσιες παρεμβάσεις του. Χρειάζεται υποψηφίους, στελέχη, τοπική παρουσία, συντονισμό και σαφή πολιτικά μηνύματα. Η προσπάθεια να οργανωθούν όλα μέσα σε περιορισμένο χρόνο αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων επιλογών, εσωτερικών τριβών και αντιφατικών δηλώσεων.
Υπάρχει παράλληλα ο κίνδυνος να διαμορφώσουν άλλοι την εικόνα του νέου φορέα πριν από τον ίδιο τον
ιδρυτή του. Όταν οι θέσεις παραμένουν αδιευκρίνιστες, οι πολιτικοί αντίπαλοι και οι σχολιαστές αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο να αποδώσουν στο υπό ίδρυση κόμμα χαρακτηριστικά και προθέσεις που ενδέχεται να
μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η σιωπή, επομένως, δεν αναστέλλει τη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας, περιορίζει όμως τη δυνατότητα ελέγχου της.
Τέλος, όσο το κόμμα παραμένει αδιευκρίνιστο, διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων μπορούν να προβάλλουν
πάνω του τις δικές τους προσδοκίες. Όταν παρουσιαστούν συγκεκριμένες θέσεις, αυτές οι προσδοκίες θα
δοκιμαστούν στην πράξη. Η δυνητική εκλογική βάση μπορεί τότε να αποδειχθεί λιγότερο συμπαγής από όσο
υποδηλώνουν οι δημοσκοπήσεις.
Το πραγματικό στοίχημα για τον Αντώνη Σαμαρά, επομένως, δεν είναι απλώς να διατηρήσει το ενδιαφέρον
μέχρι την ανακοίνωση του κόμματος. Είναι να μετατρέψει αυτό το ενδιαφέρον σε πειστική πολιτική πρόταση,
οργανωτική παρουσία και σαφή ταυτότητα. Η αναμονή μπορεί να προσφέρει πολύτιμο επικοινωνιακό χρόνο.
Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει επ’ αόριστον την πολιτική παρουσία.

