- Άρθρο του Σταύρου Παπασταύρου στην Political
Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Ο κόσμος σήμερα βιώνει μία πρωτόγνωρη ενεργειακή κρίση, ίσως τη χειρότερη που έχει αντιμετωπίσει ποτέ. Η συνεχιζόμενη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η ένταση στη Μέση Ανατολή θέτουν σε αμφισβήτηση τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια και εκτοξεύουν τις τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και, συνακόλουθα, τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, των μεταφορών, των προϊόντων, των υπηρεσιών. Πίσω, όμως, από τους δείκτες των αγορών και τις διακυμάνσεις των τιμών βρίσκονται τα νοικοκυριά που επωμίζονται το αυξημένο κόστος και οι επιχειρήσεις που βλέπουν την ανταγωνιστικότητά τους να φθίνει. Ειδικά στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενεργειακή κρίση διακυβεύει την κοινωνική συνοχή και κλονίζει εντέλει την ίδια την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να τους προστατεύει. Οφείλουμε να αναλάβουμε τη συλλογική αυτή ευθύνη στην πράξη, με γενναία μέτρα, και να μην αφήσουμε, εξαιτίας της αδράνειας, χώρο να ακουστούν ξανά ακραίες φωνές.
Στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στο Λουξεμβούργο μετέφερα αυτό το μήνυμα: Η Ευρώπη πρέπει να αφυπνιστεί και να δράσει άμεσα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Και ζήτησα ξανά στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης, μέσα στο πλαίσιο της ρήτρας διαφυγής. Η ευελιξία αυτή είναι προϋπόθεση για να στηριχθούν οι κοινωνίες μας μέσα στη συνεχιζόμενη ενεργειακή καταιγίδα. Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να στηρίζει στοχευμένα πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική της σταθερότητα. Και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν αρκούν οι διαπιστώσεις. Χρειάζονται άμεσες πρωτοβουλίες. Τα ίδια τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 16 Οκτωβρίου είναι σαφή: η παρούσα κατάσταση απαιτεί επειγόντως μια συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν πρέπει να λάβουμε μέτρα, αλλά πόσο γρήγορα και χρησιμοποιώντας ποια εργαλεία.
Η ανταπόκριση στην ενεργειακή κρίση αποτελεί ταυτόχρονα ζήτημα ενεργειακής και οικονομικής πολιτικής. Γι’ αυτό η Ελλάδα πρότεινε κοινή συνεδρίαση των Υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών, με στόχο να εξετάσουμε από κοινού τις επιλογές που υπάρχουν μέσα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων. Η πρόταση βρήκε ήδη δημόσια στήριξη από πολλές χώρες.
Το Συμβούλιο ανέδειξε ξεκάθαρα ότι η ενεργειακή ασφάλεια είναι πια στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η απόφαση της Ένωσης να τερματίσει οριστικά τις εισαγωγές ρωσικού αερίου είναι δίκαιη και αναγκαία. Η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία με τους λογαριασμούς της ενέργειας. Μια τέτοια απόφαση, όμως, έχει και μία άλλη παράμετρο: οι ποσότητες που φεύγουν πρέπει να αντικατασταθούν με αξιόπιστο, διαφοροποιημένο και οικονομικά προσιτό εφοδιασμό.
Έτσι, αναδεικνύεται η στρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου, του συστήματος αγωγών φυσικού αερίου που συνδέει δυνητικά 100 εκατομμύρια πολίτες. Μέσα από τις ελληνικές υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου και το διασυνδεδεμένο δίκτυο αγωγών προς Βορρά, η χώρα μας μπορεί να τροφοδοτήσει τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, μέχρι και την Ουκρανία, με εναλλακτικές πηγές. Η Ελλάδα είναι πλέον στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενεργειακού χάρτη, αποτελώντας μία σταθερή, αξιόπιστη πύλη εισόδου.
Στην πατρίδα μας έχουμε ήδη εργαστεί για ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα που ενισχύει την ενεργειακή μας ανθεκτικότητα. Αξιοποιήσαμε τον ήλιο και τον άνεμο που έχουμε σε αφθονία, καλύπτοντας με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πάνω από το 50% της κατανάλωσης ηλεκτρισμού, ενώ ενισχύσαμε θεσμικά την αυτοπαραγωγή και την αυτοκατανάλωση. Μάλιστα, ενώ το 2019 η Ελλάδα ήταν καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, σήμερα έχει εξελιχθεί σε καθαρό εξαγωγέα, με σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα. Συγχρόνως, προχωρούμε εντατικά τις έρευνες για υδρογονάνθρακες, με την έναρξη σεισμικών ερευνών εντός του 2026 και την πρώτη ερευνητική γεώτρηση μετά από σχεδόν μισό αιώνα, στις αρχές του 2027. Πριν από λίγα χρόνια, το ρωσικό αέριο ήταν η βασική πηγή εφοδιασμού της χώρας. Σήμερα ο σταθμός της Ρεβυθούσας, ο πλωτός σταθμός της Αλεξανδρούπολης, ο αγωγός TAP και ο αγωγός IGB μάς έδωσαν πρόσβαση σε φορτία από αξιόπιστους προμηθευτές. Η Ελλάδα δεν είναι πια ένας προορισμός, ένας καταναλωτής ενέργειας. Έχει μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο. Τροφοδοτεί τις γειτονικές αγορές και οι εξαγωγές φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη αυξάνονται σταθερά.
Στην ΕΕ, η «πράσινη μετάβαση» έγινε σχεδόν αυτοσκοπός, χωρίς να υπολογίσει το κόστος και τις επιπτώσεις της σε κοινωνική συνοχή και ανταγωνιστικότητα. Σπεύσαμε να απεξαρτηθούμε από τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς πρόνοια για το πώς θα καλύψουμε τις ανάγκες μας για το χρονικό διάστημα για το οποίο ακόμη θα τα χρειαζόμαστε. Όμως, η βιώσιμη μετάβαση απαντά σε μία πραγματική ανάγκη, που πρέπει να προχωρήσει, σωστά σχεδιασμένη, υλοποιήσιμη, με όλη την κοινωνία χωρίς να αφήνει κανέναν πίσω, ώστε να έχει εφαρμογή και αποτέλεσμα. Σε αυτή την κατεύθυνση, η Ευρώπη οφείλει να αξιοποιήσει τους δικούς της ενεργειακούς πόρους, να είναι τεχνολογικά ουδέτερη και να αναπτύξει ένα διαρθρωτικό πρόγραμμα ενεργειακής αυτονομίας.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σφυρηλατήθηκε μέσα από κρίσεις. Η Ευρώπη έδειξε στην πανδημία ότι μπορεί να ενώνεται και να δρα αποτελεσματικά, όπως και όταν αποφάσισε να απεξαρτηθεί ενεργειακά από τη Ρωσία. Η σημερινή ενεργειακή κρίση είναι μια νέα δοκιμασία, η οποία αγγίζει την καθημερινότητα κάθε πολίτη. Η Ευρώπη που χρειαζόμαστε είναι πιο ευέλικτη, πιο αποφασιστική, με πρωτοβουλίες που μεταφράζονται άμεσα σε έμπρακτη στήριξη των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και των πολιτών. Και για αυτή την Ευρώπη εργαζόμαστε.

