Υπάρχει κάτι παράξενο με το Πάσχα στην Ελλάδα.
Δεν χρειάζεται να πιστεύεις για να πας. Δεν χρειάζεται να νηστεύεις για να ανάψεις κερί. Δεν χρειάζεται να εκκλησιάζεσαι όλο τον χρόνο για να σταθείς εκεί, Μεγάλο Σάββατο βράδυ, μέσα στο πλήθος, περιμένοντας τη στιγμή που θα ακουστεί το «Χριστός Ανέστη».
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Κι όμως, πας. Όχι πάντα από πίστη. Αλλά από ανάγκη.
Γιατί το ελληνικό Πάσχα δεν είναι μόνο θρησκευτική γιορτή. Είναι ίσως το τελευταίο collective συναίσθημα που μας έχει απομείνει. Ένα από τα λίγα πράγματα που δεν χρειάζονται εξήγηση, ταυτότητα ή άποψη για να σε χωρέσουν.
Σε μια εποχή όπου όλα είναι εξατομικευμένα -τα feeds, οι απόψεις, οι ζωές- το Πάσχα επιμένει να είναι κοινό. Η ίδια καμπάνα. Η ίδια φωτιά. Το ίδιο «Χριστός Ανέστη» που λέγεται ταυτόχρονα από χιλιάδες στόματα, με διαφορετικές προθέσεις, αλλά με έναν περίεργο, άτυπο συγχρονισμό.
Δεν είναι όλοι εκεί για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι πιστεύουν. Κάποιοι θυμούνται. Κάποιοι απλώς ακολουθούν. Αλλά για λίγα λεπτά, δεν έχει σημασία. Και αυτό είναι σπάνιο.
Γιατί ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να διαφωνεί πριν καν συναντηθεί. Να ορίζεται από διαχωρισμούς. Να σπάει σε μικρά, ασύνδετα «εμείς». Το Πάσχα, με έναν τρόπο σχεδόν ανεξήγητο, τα αναστέλλει όλα αυτά. Δεν σε ρωτά τι πιστεύεις. Σε ρωτά αν είσαι εκεί. Και ίσως αυτό να είναι που το κρατά ζωντανό.
Όχι η θρησκευτική του διάσταση -που για πολλούς έχει ατονήσει- αλλά η ανθρώπινη. Η ανάγκη να ανήκεις κάπου χωρίς να πρέπει να εξηγήσεις γιατί. Να μοιραστείς μια στιγμή που δεν είναι προσωπική, αλλά κοινή.
Να νιώσεις ότι, έστω για λίγο, δεν είσαι μόνος μέσα στον κόσμο σου. Κι όμως, ακόμη κι αυτό αλλάζει.
Το Πάσχα γίνεται πιο σύντομο, πιο επιφανειακό, πιο «postable». Η Ανάσταση συχνά κρατά όσο ένα story. Το φως ανάβει, φωτογραφίζεται και μετά σβήνει. Η στιγμή περνά πιο γρήγορα από όσο προλαβαίνουμε να τη νιώσουμε.
Αλλά κάτι μένει. Μένει η διαδρομή προς το χωριό. Το τραπέζι της Κυριακής. Η μυρωδιά του καπνού. Η αμηχανία της επανάληψης και η ζεστασιά της. Μένει αυτή η μικρή, επίμονη υπενθύμιση ότι υπάρχουν ακόμα στιγμές που δεν είναι μόνο δικές μας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό.
Ότι, σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ατομικός, το Πάσχα επιμένει να είναι κοινό. Κι όχι επειδή το προστατεύουμε. Αλλά επειδή το έχουμε ανάγκη.
Δεν ξέρω αν το ελληνικό Πάσχα θα παραμείνει για πάντα αυτό που είναι. Ξέρω όμως ότι όσο το έχουμε ανάγκη να νιώθουμε μαζί, θα επιβιώνει. Όχι τόσο ως έθιμο, περισσότερο ως συναίσθημα. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η δική μας Ανάσταση: η επιμονή να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον, έστω για μια νύχτα.

