Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, στον απόηχο της διαβίβασης της δικογραφίας που αφορά βουλευτές της ΝΔ μιλά στην εφημερίδα «Political» και τον δημοσιογράφο Μίλτο Σακελλάρη ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης. Υπογραμμίζει ότι «η άρση της ασυλίας – την οποία οι ίδιοι οι βουλευτές ζήτησαν – είναι ένας δρόμος για να δοθούν απαντήσεις και να σταματήσει η στοχοποίηση».
Αναφερόμενος στην περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη, σημειώνει πως «με δήλωσή του προχώρησε σε δημόσια αυτοκριτική, ενώ, πλέον, είναι πιο ξεκάθαρα όσα αφορούν το αν κατείχε τίτλο σπουδών, τη διαδικασία πρόσληψης και τον χειρισμό της διοίκησης τότε». Παράλληλα, τοποθετείται για το κράτος δικαίου μετά την οξεία αντιπαράθεση στη Βουλή, τονίζοντας ότι «όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και φορείς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ, η Διεθνής Διαφάνεια κοκ έχουν αναγνωρίσει τη σαφέστατη πρόοδο της χώρας μας». Τέλος, αναφέρεται και στα έργα της κυβέρνησης που στοχεύουν στην περιφερειακή ανάπτυξη.
- Πόσο προβληματίζει την κυβέρνηση η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ; Πληροφορίες αναφέρουν πως η «γαλάζια» Κοινοβουλευτική Ομάδα βράζει, με βουλευτές να μιλούν για άνιση αντιμετώπιση…
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση με απόλυτη θεσμική σοβαρότητα, καθώς η διασφάλιση της διαφάνειας και της δικαιοσύνης στον πρωτογενή τομέα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Για αυτό και προχωρήσαμε, έστω με καθυστέρηση, αναλαμβάνοντας πλήρως την πολιτική ευθύνη και αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στη θεσμική εξυγίανση του οργανισμού, σε συνεργασία και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αναφορικά με το κλίμα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, είναι λογικό να υπάρχει προβληματισμός, καθώς οι βουλευτές μας βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τους αγρότες και επωμίζονται το βάρος των ανησυχιών τους, όμως η άρση της ασυλίας -την οποία οι ίδιοι οι βουλευτές ζήτησαν- είναι ένας δρόμος για να δοθούν απαντήσεις και να σταματήσει η στοχοποίηση.
Η άρση ασυλίας, όμως, δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση αυτόματα ενοχή. Είναι κρίσιμο να διαχωρίζουμε τη νόμιμη επικοινωνία για την ενημέρωση ενός πολίτη από την παράνομη πίεση προς έναν οργανισμό. Παράλληλα, η κυβέρνηση θα αναλάβει, διά του υπουργού Δικαιοσύνης, νομοθετική πρωτοβουλία, ώστε οι διαδικασίες που αφορούν πολιτικά πρόσωπα να επιταχύνονται και αυτές οι υποθέσεις να εκκαθαρίζονται το συντομότερο δυνατόν, ενώ το ίδιο ζήτησε ο πρωθυπουργός και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δηλαδή την ταχεία διερεύνηση και ποινική αξιολόγηση, ώστε να μη μένουν σκιές.
- Σας προβληματίζει η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη; Η αντιπολίτευση ζητά την αποπομπή του…
Οι πολίτες ζητούν, και δικαιολογημένα, όσοι ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα να είναι δύο και τρεις φορές πιο προσεκτικοί και τυπικοί. Τα θέματα δημόσιου ύφους είναι πάντα σημαντικά, γιατί συνδέονται με το πώς εισπράττει και αξιολογεί η κοινωνία την κάθε περίπτωση και επηρεάζουν την πολιτική ατζέντα. Οι πολίτες μπορεί να καταλογίζουν και να χρεώνουν, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζουν όταν υπάρχει και μια ειλικρινής αυτοκριτική. Ο κ. Λαζαρίδης με τη δήλωσή του προχώρησε σε δημόσια αυτοκριτική, ενώ, πλέον, είναι πιο ξεκάθαρα όσα αφορούν το αν κατείχε τίτλο σπουδών, τη διαδικασία πρόσληψης και τον χειρισμό της διοίκησης τότε.
- Την Πέμπτη διεξήχθη συζήτηση για το κράτος δικαίου. Η αντιπολίτευση σας καταγγέλλει για συγκάλυψη στην υπόθεση των υποκλοπών. Τι απαντάτε;
Στη συζήτηση που διεξήχθη στη Βουλή, ο πρωθυπουργός επεσήμανε κάτι θεμελιώδες: ότι η δημοκρατία μας απαιτεί ενότητα και όχι αφορμές διχασμού. Η ενότητα αφορά κατ’ αρχάς το πώς διαβουλευόμαστε για όσα ζητήματα αφορούν την ποιότητα και την οργάνωση της δημοκρατίας μας, όπως η Συνταγματική Αναθεώρηση, που ο πρωθυπουργός παρουσίασε συγκροτημένα ένα περίγραμμα προτάσεων που θα εξειδικευθούν με την κατάθεση προτάσεων από την Κοινοβουλευτική μας Ομάδα. Προτάσεις που ενσωματώνουν την ιστορική εμπειρία αλλά απαντούν στις προκλήσεις του μέλλοντος για το ποια Ελλάδα θέλουμε, ποιο πολιτικό σύστημα, ποια δημόσια διοίκηση και εκπαίδευση κοκ.
Η ενότητα βέβαια αφορά και το πώς αντιμετωπίζουμε αστοχίες και ατέλειες, πώς θεραπεύονται και πώς βελτιώνονται με θεσμικό τρόπο. Αυτό αφορά και την υπόθεση των υποκλοπών. Οφείλω, όμως, να επισημάνω ότι όπως προέκυψε και από τη συζήτηση όλοι οι διεθνείς οργανισμοί και φορείς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ, η Διεθνής Διαφάνεια κοκ, έχουν αναγνωρίσει τη σαφέστατη πρόοδο της χώρας μας, με απαραίτητα βήματα που μένουν να γίνουν. Κάθε χρόνο, όμως, διαπιστώνεται πρόοδος. Αυτό αποτελεί κατάκτηση για τη χώρα και όχι αφορμή για μικροπολιτική. Ναι, υπάρχουν εσωτερικά ζητήματα τα οποία πρέπει να δούμε, όπως αυτό της διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών. Για αυτό, όταν προέκυψε το ζήτημα, προχωρήσαμε το 2022 σε αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΕΥΠ, ύστερα από συζήτηση και με την αντιπολίτευση.
Ταυτόχρονα, σεβόμαστε όλες τις αποφάσεις της δικαιοσύνης όλων των βαθμίδων αυτής. Ο σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις είναι η πεμπτουσία του κράτους δικαίου και η «α λα καρτ» αποδοχή τους από την αντιπολίτευση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι γνωστή η διάταξη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου όπως και η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Η δικαιοσύνη θα πρέπει να κάνει απερίσπαστη και ανεμπόδιστη τη δουλειά της για ό,τι αφορά την υπόθεση αυτή. Είμαστε απολύτως προσηλωμένοι σε ένα κράτος σύγχρονο και αξιόπιστο, που προστατεύει και διευρύνει τα δικαιώματα όλων των πολιτών και παρεμβαίνει θεσμικά εκεί όπου εντοπίζονται ακόμα προβλήματα.
- Ποιοι είναι οι στόχοι της κυβέρνησης για την περιφερειακή ανάπτυξη; Πώς προχωρά η υλοποίηση της στρατηγικής για την ανάπτυξη της περιφέρειας;
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα τελευταία είκοσι χρόνια, τα κράτη-μέλη έχουν πετύχει μια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από το 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε σχεδόν 80%. Την ίδια ώρα όμως έχει διευρυνθεί -σχεδόν σε όλες τις χώρες- το χάσμα μεταξύ των μεγάλων αστικών κέντρων και των περιφερειών, αναδεικνύοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη σε εθνικό επίπεδο δεν μειώνει αυτόματα τις ανισότητες. Για να το αναστρέψουμε αυτό, στοχεύουμε στη λεγόμενη «διπλή σύγκλιση» μέσα από μια ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη με ορίζοντα το 2035.
Εστιάζουμε στη δίκαιη και ισόρροπη ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, διασφαλίζοντας το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη να ζει και να προοδεύει στον τόπο του, χωρίς να αισθάνεται αποκλεισμένος από τις ευκαιρίες που προσφέρουν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Με 50 Τοπικά Σχέδια Ανάπτυξης, ένα για κάθε περιφερειακή ενότητα, με τη συμμετοχή άνω των 1.000 φορέων, συνδιαμορφώνουμε ένα κοινό πλαίσιο δεσμεύσεων κυβέρνησης, Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κοινωνίας των πολιτών. Περισσότερα από 8.000 έργα βρίσκονται σε εξέλιξη, με 330 εμβληματικές παρεμβάσεις να παραδίδονται εντός της διετίας 2026-2027, όλα διαθέσιμα μέσω της πλατφόρμας erga.gov.gr, διασφαλίζοντας πλήρη διαφάνεια. Η ίδρυση ειδικής γραμματείας για τις ορεινές περιοχές και η οριζόντια μέριμνα για τη νησιωτικότητα διασφαλίζουν ότι κάθε εθνική πολιτική προσαρμόζεται πλέον στις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε περιοχής.
Επίσης, υπενθυμίζω ότι έχουμε ήδη προχωρήσει σε σημειακές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της περιφέρειας: σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για την πρώτη κατοικία μέσα σε διετία σε περισσότερες από 12.000 κοινότητες, μειωμένος νησιωτικός ΦΠΑ, πρόγραμμα ανακαίνισης παλαιών κατοικιών με ειδική μέριμνα για ορεινές και νησιωτικές περιοχές, πρόγραμμα ανακαίνισης δημοτικών και κρατικών κτιρίων για μίσθωση σε δημόσιους υπαλλήλους, επιστροφή δύο ενοικίων τον χρόνο σε ιατρονοσηλευτικό και εκπαιδευτικό προσωπικό σε όλη την Ελλάδα πλην Αττικής και Θεσσαλονίκης, πρόγραμμα δημογραφικής ανάπτυξης για περιοχές της Βόρειας Ελλάδας με χορήγηση κινήτρου εγκατάστασης 10.000 ευρώ, αλλά και ολοκληρωμένη πολιτική 12 πυλώνων για τις ορεινές περιοχές.
Στο επίκεντρο της στρατηγικής βρίσκεται ο συντονισμός όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων, ενώ η περιφερειακή διάσταση ενσωματώνεται σε οριζόντιες εθνικές πολιτικές από το στάδιο του σχεδιασμού, ενισχύοντας τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο σχεδιασμού του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού για την περίοδο μετά το 2028, η θέση μας είναι κατηγορηματική: η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης δεν μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η οποία πολλές φορές τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια και τον ευρωσκεπτικισμό. Η πραγματική πρόκληση δεν ήταν ποτέ η επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικότητας και συνοχής, αλλά ο σχεδιασμός εργαλείων που καθιστούν την ανταγωνιστικότητα εδαφικά συμπεριληπτική, κατευθύνοντας στρατηγικές επενδύσεις όχι μόνο στις περιοχές που έχουν ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά ενεργοποιώντας το πλήρες παραγωγικό δυναμικό της πατρίδας μας.

