Κάποτε η πολιτική είχε ιδεολογία, πρόγραμμα, σύγκρουση, ενίοτε και κανένα βαρετό κομματικό έντυπο που δεν διάβαζε ούτε η μάνα του υποψηφίου. Σήμερα έχει φως, γωνία λήψης, μοντάζ, βίντεο κάθετης οθόνης και μια ανομολόγητη αγωνία: πώς φάνηκε;
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Δεν είναι πια αρκετό να πεις κάτι. Πρέπει να το πεις σωστά, στο σωστό κάδρο, με το σωστό βλέμμα, κατά προτίμηση σε διάρκεια που να αντέχει το attention span ενός χρήστη που πριν από τρία δευτερόλεπτα έβλεπε συνταγή για καρμπονάρα και αμέσως μετά drone strike στη Μέση Ανατολή. Η πολιτική ζητά εκτός από πειθώ και σκηνική παρουσία.
Ο σύγχρονος πολιτικός δεν είναι μόνο πολιτικός. Είναι κάτι ανάμεσα σε παρουσιαστή, brand manager και content creator με κρατικό χαρτοφυλάκιο. Πρέπει να δείχνει ανθρώπινος αλλά όχι αδύναμος. Αυθόρμητος αλλά όχι χύμα. Θεσμικός αλλά όχι βαρετός. Να χαμογελά χωρίς να φαίνεται ότι του το υπαγόρευσε επικοινωνιολόγος. Πράγμα δύσκολο, γιατί συνήθως του το υπαγόρευσε επικοινωνιολόγος.
Και το κοινό; Το κοινό έχει αλλάξει κι αυτό. Δεν παρακολουθεί πλέον την πολιτική όπως παρακολουθούσε παλιά τα δελτία των οκτώ. Τη βλέπει μέσα από αποσπάσματα, reels, ατάκες, κομμένες φράσεις, virality. Δεν αξιολογεί μόνο τι ειπώθηκε, αλλά πώς ειπώθηκε, πώς ντύθηκε, πώς φωτίστηκε, πώς στάθηκε το σώμα. Η πολιτική μπήκε στον κόσμο της εικόνας και έχασε την αθωότητά της. Ίσως και τη βαρύτητά της.
Γιατί εδώ βρίσκεται το πρόβλημα: όταν η πολιτική γίνεται performance, το περιεχόμενο δεν εξαφανίζεται -αλλά συχνά μπαίνει δεύτερο. Η αισθητική προηγείται της ουσίας. Το μήνυμα οφείλει πρώτα να είναι καταναλώσιμο και μετά πειστικό. Ένας πολιτικός μπορεί να λέει ανοησίες με τέλειο timing και να φαίνεται «δυνατός». Κι ένας άλλος να έχει δίκιο αλλά να μοιάζει αμήχανος, άρα χαμένος πριν καν αρχίσει.
Η πολιτική, έτσι, δεν είναι πια μόνο αντιπαράθεση ιδεών. Είναι και ανταγωνισμός παρουσίας. Ποιος ελέγχει τον ρυθμό. Ποιος έχει την καλύτερη ατάκα. Ποιος μπορεί να χωρέσει σύνθετο ζήτημα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα χωρίς να φαίνεται ότι το ευτέλισε -αν και συνήθως το ευτέλισε.
Κάποιος θα πει: «Και τι να κάνουμε; Έτσι επικοινωνεί ο κόσμος τώρα». Σωστό. Το ζήτημα δεν είναι να γυρίσουμε στον τρίωρο μονόλογο με μικρόφωνο και σημαίες. Το ζήτημα είναι να μη δεχτούμε αδιαμαρτύρητα ότι η πολιτική εξαντλείται στο ύφος της. Γιατί όταν η performance γίνεται κυρίαρχη, η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί σε casting. Και οι πολίτες, από συμμετέχοντες, σε κοινό.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι πολιτικοί παίζουν ρόλους. Αυτό συνέβαινε πάντα. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι κι εμείς αρχίζουμε να τους κρίνουμε όλο και περισσότερο σαν θεατές. Σαν να μην αναζητούμε εκπροσώπηση, αλλά πειστική ερμηνεία. Σαν να μη μας νοιάζει τόσο αν κάτι θα αλλάξει, όσο αν ειπώθηκε «ωραία».
Η πολιτική είχε πάντα θέατρο. Το θέμα είναι να μην ξεχάσει ότι δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί αν μείνει μόνο performance, θα συνεχίσουμε να ψηφίζουμε ρόλους και να απορούμε γιατί η πραγματικότητα δεν ακολουθεί το σενάριο.

