Ο Πλάτων είχε προειδοποιήσει ότι «η μεγαλύτερη τιμωρία για όσους δεν ασχολούνται με τα κοινά είναι να κυβερνώνται από κατώτερούς τους». Η φράση αυτή αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Η ποιότητα του κοινοβουλευτισμού δεν εξαρτάται μόνο από τους εκλεγμένους· εξαρτάται και από την ποιότητα των απαιτήσεων της κοινωνίας απέναντί τους.
- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου
Η Βουλή δεν είναι τηλεοπτικό στούντιο. Δεν είναι αρένα εντυπώσεων ούτε πεδίο προσωπικής προβολής. Είναι ο κορυφαίος θεσμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· ο χώρος όπου η κοινωνία οφείλει να αναγνωρίζει τη σοβαρότητα, τη σύνθεση, την ευθύνη και το μέτρο της πολιτικής ζωής.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια, ολοένα συχνότερα, ο κοινοβουλευτικός λόγος υποχωρεί μπροστά στη λογική της επικοινωνίας. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις σχεδιάζονται περισσότερο για το απόσπασμα των δεκαπέντε δευτερολέπτων στα κοινωνικά δίκτυα παρά για την ουσία της νομοθετικής λειτουργίας. Οι υψηλοί τόνοι ανταμείβονται περισσότερο από την τεκμηρίωση, ενώ η εικόνα συχνά υπερισχύει της πολιτικής σκέψης.
Το πρόβλημα αυτό δεν είναι επιφανειακό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Μια Βουλή που μετατρέπεται σε χώρο πολιτικού θεάματος υποβαθμίζει τελικά τον ίδιο τον δημόσιο διάλογο. Οι βουλευτές παύουν να λειτουργούν ως φορείς σκέψης και ευθύνης και μετατρέπονται σε διαχειριστές εντυπώσεων. Η πολιτική αντιπαράθεση εκπίπτει σε διαγωνισμό ατάκας και επικοινωνιακής επιθετικότητας.
Ο Αριστοτέλης έγραφε ότι «ο σκοπός της πολιτικής είναι η καλλιέργεια ενάρετων πολιτών». Όταν όμως η πολιτική επιβραβεύει τον λαϊκισμό, την υπερβολή και την ευκολία, τότε δεν διαβρώνεται μόνο η ποιότητα των θεσμών· διαβρώνεται και η ίδια η πολιτική παιδεία της κοινωνίας.
Η θεσμική θωράκιση της Βουλής απέναντι σε φαινόμενα επικοινωνιακών πολιτικών σόου αποτελεί πλέον δημοκρατική αναγκαιότητα. Αυτό προϋποθέτει κανόνες που θα ενισχύουν την ουσιαστική κοινοβουλευτική λειτουργία: αυστηρότερη τήρηση του κανονισμού της Βουλής, ενίσχυση της ποιότητας των κοινοβουλευτικών επιτροπών, περιορισμό της τοξικότητας του δημόσιου λόγου και μεγαλύτερη έμφαση στην τεκμηριωμένη πολιτική επιχειρηματολογία. Τα κοινοβουλευτικά εργαλεία υπάρχουν και η πρωτοβουλία του ΠτΒ για περεταίρω εκσυγχρονισμό του Κανονισμού της Βουλής είναι μπροστά μας… Όμως καμία θεσμική μεταρρύθμιση δεν αρκεί από μόνη της.
Η ποιότητα της Δημοκρατίας αντανακλά πάντοτε την ποιότητα της κοινωνίας που τη στηρίζει. Οι πολίτες δεν είναι απλοί θεατές της πολιτικής ζωής· είναι οι τελικοί διαμορφωτές της. Κάθε ψήφος αποτελεί πράξη ευθύνης και όχι στιγμιαίας αγανάκτησης, κομματικής τύφλωσης ή επικοινωνιακής γοητείας. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ σημείωνε ότι «ο λαός αποκτά την κυβέρνηση που ανέχεται». Σκληρή διαπίστωση, αλλά διαχρονικά αληθινή. Όταν οι πολίτες επιβραβεύουν τη δημαγωγία αντί της επάρκειας, την κραυγή αντί της γνώσης και την πόλωση αντί της σύνθεσης, τότε η υποβάθμιση του κοινοβουλευτισμού γίνεται αναπόφευκτη.
Η ευθύνη, λοιπόν, είναι αμφίδρομη. Οι βουλευτές οφείλουν να αντιλαμβάνονται ότι εκπροσωπούν θεσμούς και όχι προσωπικά ακροατήρια. Και οι πολίτες οφείλουν να απαιτούν ποιότητα, ήθος και επάρκεια από εκείνους που εκλέγουν.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει ότι «η Δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα, αν εξαιρέσει κανείς όλα τα υπόλοιπα». Η δύναμή της δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ικανότητά της να αυτοδιορθώνεται. Και αυτή η αυτοδιόρθωση ξεκινά όταν μια κοινωνία αποφασίζει ότι οι θεσμοί της αξίζουν περισσότερα από τον θόρυβο της στιγμής.
Η Βουλή πρέπει να ξαναγίνει χώρος κύρους, επιχειρημάτων και πολιτικού πολιτισμού. Ένας θεσμός που να εκπέμπει σοβαρότητα και εμπιστοσύνη, όχι εικόνες φανατισμού και επικοινωνιακής υπερβολής. Διότι όταν το Κοινοβούλιο χάνει την ποιότητά του, δεν υποβαθμίζεται μόνο η πολιτική. Υποβαθμίζεται η ίδια η Δημοκρατία.
Και τελικά, όπως είχε πει ο Περικλής στον «Επιτάφιο», «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον». Η ελευθερία και η δημοκρατική ευημερία απαιτούν πολίτες με κρίση, θεσμούς με αξιοπρέπεια και πολιτικούς με αίσθηση ιστορικής ευθύνης.

