Η Ελλάδα έχει ένα πολύ ιδιαίτερο ταλέντο: να υποτιμά ακριβώς αυτό που της λείπει. Σήμερα όλοι ψάχνουν ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς, υδραυλικούς, τεχνικούς, χειριστές, ανθρώπους που ξέρουν να φτιάχνουν πράγματα στον πραγματικό κόσμο, όχι σε PowerPoint. Κι όμως, οι νέοι συνεχίζουν να κοιτάζουν αλλού. Όχι επειδή δεν βλέπουν τη ζήτηση. Αλλά επειδή για χρόνια τούς μάθαμε ότι αν «πιάνουν τα χέρια σου», κάτι πήγε στραβά με το κεφάλι σου.
Του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Ο μάστορας ήταν πάντα ο άλλος
Αυτό είναι το πρώτο ελληνικό πρόβλημα: η κοινωνική ιεραρχία του επαγγέλματος.
Για δεκαετίες το σενάριο ήταν σχεδόν θρησκευτικό: διάβασε, μπες στο πανεπιστήμιο, πάρε πτυχίο, βρες μια δουλειά «καθαρή», κατά προτίμηση σε γραφείο, μπροστά σε μια οθόνη, με πουκάμισο και ύφος Excel. Ο μάστορας ήταν πάντα ο άλλος. Ο άνθρωπος που «δεν προχώρησε». Μόνο που σήμερα ο «προχωρημένος» με το πτυχίο και το άψογο LinkedIn βγάζει συχνά λιγότερα από τον καλό ψυκτικό της γειτονιάς. Και κάπου εκεί η πραγματικότητα αρχίζει να σαμποτάρει το ελληνικό οικογενειακό όνειρο.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι νέοι δεν σκέφτονται μόνο τα λεφτά. Και καλά κάνουν.
Γιατί όταν λέμε «τα τεχνικά επαγγέλματα έχουν ζήτηση», συχνά το λέμε σαν να φτάνει αυτό. Δεν φτάνει. Ο 20άρης δεν ρωτά μόνο «θα έχω δουλειά;». Ρωτά «σε τι συνθήκες;», «με τι ωράριο;», «με τι ασφάλεια;», «θα μπορώ να σταθώ στα 45 μου ή θα είμαι διαλυμένος;». Κι εδώ η Ελλάδα έχει άλλη μια κακή συνήθεια: να θέλει ειδικευμένο κόσμο με μισθούς ανειδίκευτης ανοχής και με εργασιακές συνθήκες που συχνά θυμίζουν δοκιμασία χαρακτήρα.
Σκληρή ελληνική συμφωνία
Οπότε ναι, το τεχνικό επάγγελμα μπορεί να είναι πιο προσοδοφόρο. Αλλά αν συνοδεύεται από εξάντληση, αδήλωτα, μόνιμη πίεση και κανένα πραγματικό αφήγημα εξέλιξης, μην περιμένεις ο νέος να το δει σαν ευκαιρία. Θα το δει σαν άλλη μια σκληρή ελληνική συμφωνία: «Έλα να δουλέψεις πολύ, να φθαρείς νωρίς και κάποια στιγμή, ίσως, να αρχίσεις να βγάζεις λεφτά».
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Οι νέοι δεν αποφεύγουν μόνο το τεχνικό επάγγελμα. Αποφεύγουν την ταυτότητα που κολλάει πάνω του η κοινωνία. Δεν θέλουν να μπουν σε μια δουλειά που, ακόμη και όταν είναι αποδοτική, αντιμετωπίζεται σαν «δεύτερη επιλογή». Θέλουν κύρος, όχι απαραίτητα για λόγους ματαιοδοξίας αλλά γιατί το κύρος σημαίνει αναγνώριση. Σημαίνει ότι αυτό που κάνεις δεν θεωρείται «καλό παιδί, αλλά…» από θείους, γονείς και κοινωνικό περίγυρο.
Η ειρωνεία είναι ότι η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη εργασίας. Πάσχει από έλλειψη σοβαρής σχέσης ανάμεσα σε εκπαίδευση, αγορά και κοινωνική φαντασία. Το σχολείο εξακολουθεί να σπρώχνει προς το πανεπιστήμιο, λες και βρισκόμαστε στο 1998. Οι γονείς συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την τεχνική κατεύθυνση ως «κάτι λιγότερο». Και η αγορά θέλει έτοιμους τεχνίτες χωρίς να επενδύει επαρκώς στο να τους κάνει να θέλουν να μείνουν.
Κοινωνία που ζητά τεχνικά χέρια
Κι έτσι φτάνουμε στο ελληνικό παράδοξο σε όλο του το μεγαλείο: μια κοινωνία που ζητά τεχνικά χέρια, αλλά εξακολουθεί να χειροκροτεί μόνο τα ακαδημαϊκά χαρτιά.
Μια αγορά που φωνάζει «δεν βρίσκω κόσμο», αλλά δεν έχει μάθει ακόμη να μιλά τη γλώσσα της αξιοπρέπειας. Και μια γενιά που βλέπει ότι υπάρχει χρήμα εκεί έξω, αλλά όχι απαραίτητα ζωή που να θέλει να ζήσει.
Οι νέοι δεν αποφεύγουν τα τεχνικά επαγγέλματα επειδή είναι αφελείς ή κακομαθημένοι. Τα αποφεύγουν γιατί η Ελλάδα δεν τα έχει κάνει ακόμη να μοιάζουν με πραγματικό μέλλον. Και μέχρι να καταλάβουμε ότι ένα καλό επάγγελμα δεν είναι μόνο το εισόδημα αλλά και η αναγνώριση, η σταθερότητα και η ποιότητα ζωής, θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε μάστορες με το κιάλι – και να τους αντιμετωπίζουμε σαν να μην αξίζουν όσο πραγματικά αξίζουν.

