Σφοδρή επίθεση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ στον διοικητή της ΕΥΠ – Αιχμές για την απουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και προειδοποίηση για προσφυγή στη Δικαιοσύνη
Σκληρή επίθεση στον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη εξαπέλυσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ζητώντας να του παραδοθεί ο πλήρης φάκελος που αφορά την υπόθεση της παρακολούθησής του.
Ο κ. Ανδρουλάκης άσκησε παράλληλα κριτική και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την απουσία του από τη διαδικασία, χαρακτηρίζοντας αδικαιολόγητη τη μη παρουσία ενός ανώτατου κρατικού λειτουργού στη συνεδρίαση της Επιτροπής.
Σύμφωνα με πηγές του ΠΑΣΟΚ, ο πρόεδρος του κόμματος στάθηκε ιδιαίτερα στην απόφαση 465/2024 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι στην περίπτωσή του δεν έχει εφαρμοστεί πλήρως. Όπως ανέφερε, η ΑΔΑΕ τού γνωστοποίησε μόνο τον αριθμό της διάταξης άρσης απορρήτου, χωρίς να του δοθούν τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου, καθώς – όπως είπε – η ΕΥΠ αρνήθηκε να τα χορηγήσει.
«Γιατί δεν συμμορφώνεστε με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας;» φέρεται να ρώτησε απευθυνόμενος στον διοικητή της ΕΥΠ, ζητώντας να του παραδοθούν όλα τα στοιχεία που συνόδευσαν τη διάταξη άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του.
Ο κ. Ανδρουλάκης επικαλέστηκε επίσης παλαιότερη δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην τηλεμαχία του 2023, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε ζήτημα εθνικής ασφάλειας που να δικαιολογεί την παρακολούθησή του. Με βάση αυτό, διερωτήθηκε γιατί η ΕΥΠ εξακολουθεί να επικαλείται λόγους απορρήτου.
Απευθυνόμενος προσωπικά στον κ. Δεμίρη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέφερε ότι ως διπλωμάτης υπηρέτησε επί χρόνια το εθνικό συμφέρον και τη νομιμότητα και τον κάλεσε να εξηγήσει γιατί, όπως υποστήριξε, δεν συμμορφώνεται με τη ρητή απόφαση του ΣτΕ.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο προσφυγής στη Δικαιοσύνη κατά παντός υπευθύνου, ακόμη και κατά του ίδιου του διοικητή της ΕΥΠ, κάνοντας λόγο για μια πρωτοφανή θεσμική εξέλιξη στα ελληνικά και ευρωπαϊκά δεδομένα.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Ανδρουλάκης ζήτησε διευκρινίσεις για τις αναφορές του διοικητή της ΕΥΠ περί «δύσκολων συνθηκών» κατά την ανάληψη των καθηκόντων του και για τη δημιουργία μιας «νέας ΕΥΠ». Παράλληλα επανέφερε το ζήτημα της προστασίας των επικοινωνιών κρατικών αξιωματούχων, υποστηρίζοντας ότι είχε ζητήσει έλεγχο συσκευών υπουργών, βουλευτών και άλλων αξιωματούχων για παράνομα λογισμικά, χωρίς – όπως είπε – να υπάρξει ανταπόκριση από την υπηρεσία.
«Κύριε Δεμίρη,
πράξατε αυτό που επιτάσσει το καθήκον σας ως Διοικητής της ΕΥΠ και παρευρίσκεστε στην επιτροπή, σε αντίθεση με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μαθαίνουμε ότι δεν προσέρχεται επικαλούμενος τη διάκριση των εξουσιών.
Βέβαια, αυτή του η άρνηση είναι απόλυτα αδικαιολόγητη για ανώτατο κρατικό λειτουργό, ο οποίος έχει υποχρέωση όχι μόνον να προστατεύει την ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής κρίσης αλλά και να συνεισφέρει στη λειτουργία της Βουλής και των εκπροσώπων του λαού, στο όνομα του οποίου άλλωστε απονέμεται και η δικαιοσύνη.
Ο κ. Τζαβέλλας, ο οποίος υπέγραφε ο ίδιος παρακολουθήσεις, αντί να δηλώσει αποχή από την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων, προτίμησε να απέχει από τη λογοδοσία ενώπιον της επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων.
Όμως, κύριε Δεμίρη, προκαλεί αλγεινή εντύπωση – πρώτα από όλα σε εμένα ως στόχο παρακολούθησης – η άρνησή σας να συμμορφωθείτε με την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 465/2024.
Εκεί κρίθηκε ότι «όταν η απόφαση για τον περιορισμό του απορρήτου των επικοινωνιών χορηγείται βάσει αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα παρακολουθούμενα πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση όχι μόνο στην χορήγηση της άδειας, αλλά και στην αίτηση της αρχής που ζήτησε την άδεια, ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσουν τους λόγους που επικαλείται για να χορηγηθεί η άδεια αυτή».
Στην δική μου περίπτωση, όμως, η ΑΔΑΕ μου γνωστοποίησε μόνο τον αριθμό της διάταξης και όχι τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία η υπηρεσία σας αρνήθηκε να χορηγήσει και με δική σας προσωπική ευθύνη.
Οπότε τα ερωτήματα είναι σαφή:
Γιατί δεν συμμορφώνεστε με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας;
Σας καλώ να χορηγήσετε άμεσα τον φάκελο με τα στοιχεία που συνόδευσαν τη διάταξη άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών ως οφείλετε.
Και να είστε σαφής σε σχέση με την ύπαρξη του φακέλου αυτού και όχι ήξεις – αφήξεις. Άλλωστε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει δηλώσει ενώπιον μου στην τηλεμαχία του 2023 ότι ουδείς λόγος εθνικής ασφάλειας συνέτρεχε για την παρακολούθησή μου.
Συνεπώς, ποιος είναι ο λόγος απορρήτου που επικαλείστε, όταν ο πολιτικός σας προϊστάμενος, ο κ. Μητσοτάκης, λέει ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος;
Κύριε Δεμίρη,
προέρχεστε από το διπλωματικό σώμα και σε όλη την καριέρα σας υπηρετήσατε το εθνικό συμφέρον και τη νομιμότητα, τώρα γιατί δεν συμμορφώνεστε με τη ρητή κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας;
Γιατί εκθέτετε τη χώρα διεθνώς; Δεν γνωρίζετε τη ζημιά, που αυτό προκαλεί στα εθνικά συμφέροντα;
Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς ότι με εξωθείτε να προβώ σε νομικά μέτρα σε βάρος παντός υπευθύνου μη εξαιρουμένου και εσάς του ιδίου;
Με εξωθείτε σε κάτι πρωτοφανές στα ελληνικά και ευρωπαϊκά χρονικά. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στραφώ νομικά κατά του Διοικητή της ΕΥΠ.
Ακούγοντας την εισαγωγική σας τοποθέτηση έχω, τέλος, να κάνω δυο επισημάνσεις:
Είπατε ότι αναλάβατε να κάνετε μια νέα ΕΥΠ και παραλάβατε μια κατάσταση σε δύσκολες συνθήκες, εξηγείστε μας τι εννοείτε ακριβώς. Ποιες είναι αυτές οι δύσκολες συνθήκες, που σας ανάγκασαν να κάνετε μια νέα ΕΥΠ;
Δεύτερον, αναφέρατε ότι στις εποχές των μεγάλων προκλήσεων θέλετε να δημιουργήσετε ένα πλαίσιο προστασίας των επικοινωνιών των αξιωματούχων της χώρας. Θέλω να σας θυμίσω ότι μετά την ανάληψη των καθηκόντων σας, είχα ζητήσει να ελεγχθούν τα κινητά υπουργών, βουλευτών και όλων των αξιωματούχων για να προστατευτούν από τα παράνομα λογισμικά. Δεν κάνατε τίποτα. Άρα, περισσότερο βλέπω υποκρισία παρά αγωνία προστασίας της εθνικής ασφάλεια».

