Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα μοιάζει πλέον να κινείται μόνιμα στα άκρα. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό τη σοβαρότητα, την ψυχραιμία και την ουσία της, μετατρεπόμενη καθημερινά σε έναν διαγωνισμό έντασης, κραυγών και τοξικότητας. Τα τηλεοπτικά πάνελ θυμίζουν περισσότερο αρένες σύγκρουσης παρά χώρους πολιτικού διαλόγου, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν ως επιταχυντές θυμού, διχασμού και εύκολων εντυπώσεων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κοινωνία δείχνει κουρασμένη.
- του Παναγιώτη Κόνσουλα, Οικονομολόγος-πολιτικός επιστήμονας
Οι πολίτες δεν ξυπνούν το πρωί αναζητώντας νέους καβγάδες ανάμεσα σε κόμματα, υπουργούς και στελέχη της αντιπολίτευσης. Αναζητούν λύσεις για την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τη στέγαση, την καθημερινότητα και το μέλλον των παιδιών τους. Όμως μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος συνεχίζει να επενδύει στην πόλωση, θεωρώντας ότι η ένταση διατηρεί κομματικές συσπειρώσεις και εξασφαλίζει επικοινωνιακή κυριαρχία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η συνταγή αρχίζει πλέον να εξαντλεί την κοινωνία αντί να την κινητοποιεί.
Η συνεχής πολιτική σύγκρουση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο προκαλεί αποστροφή. Οι πολίτες ακούν διαρκώς καταγγελίες, χαρακτηρισμούς και προσωπικές επιθέσεις, αλλά σπάνια ακούνε ολοκληρωμένες προτάσεις. Η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και η ουσία χάνεται πίσω από συνθήματα, υπερβολές και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο αίσθημα απαξίωσης απέναντι συνολικά στο πολιτικό σύστημα.
Τα τελευταία χρόνια, η κοινωνία πέρασε πανδημία, οικονομική πίεση, ενεργειακή κρίση, γεωπολιτική αβεβαιότητα και συνεχή αίσθηση ανασφάλειας. Μέσα σε αυτήν τη δύσκολη πραγματικότητα, οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη ένταση. Έχουν ανάγκη από σταθερότητα, σοβαρότητα και πολιτικές φωνές που να εμπνέουν εμπιστοσύνη και όχι μόνιμη σύγκρουση. Η ωριμότητα πλέον λειτουργεί πιο πειστικά από την επιθετικότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αντιπαράθεση πρέπει να εξαφανιστεί από τη δημοκρατία. Η πολιτική χωρίς διαφωνίες δεν υπάρχει. Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική κριτική και στην ακραία τοξικότητα που δηλητηριάζει καθημερινά τη δημόσια ζωή. Οι πολίτες μπορούν να διακρίνουν ποιος επιχειρεί να πείσει με επιχειρήματα και ποιος απλώς επενδύει στον θυμό.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πολιτικό αίτημα της εποχής να μην είναι ούτε οι μεγάλες υποσχέσεις ούτε οι εντυπωσιακές συγκρούσεις. Ίσως να είναι κάτι πολύ πιο απλό αλλά ταυτόχρονα πιο δύσκολο: η επιστροφή της σοβαρότητας. Σε μια κοινωνία κουρασμένη από φωνές, εκείνος που θα μιλήσει ήρεμα, καθαρά και υπεύθυνα ίσως είναι τελικά αυτός που θα ακουστεί περισσότερο.
Η πολιτική ιστορικά κέρδιζε όταν μπορούσε να δίνει ελπίδα και προοπτική. Σήμερα όμως μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου εξαντλείται στην κατασκευή εχθρών, στην υπερβολή και στη διαρκή ανάγκη για ένα νέο επεισόδιο αντιπαράθεσης. Αυτό μπορεί να παράγει πρόσκαιρο θόρυβο, δεν παράγει όμως εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφορετικό πολιτικό ύφος, περισσότερο θεσμικό, περισσότερο ανθρώπινο και λιγότερο επιθετικό. Χρειάζεται πολιτικούς που να ακούν πριν μιλήσουν και να απαντούν με επιχειρήματα αντί με συνθήματα. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η κοινωνία δεν ζητά άλλες κραυγές. Ζητά ανθρώπους που να μπορούν να σταθούν με σοβαρότητα απέναντι στα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Η κόπωση της κοινωνίας δεν είναι αδιαφορία για την πολιτική. Είναι αντίδραση απέναντι σε μια δημόσια εικόνα που κουράζει, διχάζει και απομακρύνει τους πολίτες από την ουσιαστική συμμετοχή και τον δημιουργικό διάλογο για το παρόν και το μέλλον της χώρας.

