Σε μικρές, τοπικές αγορές, τα μικρά μαγαζιά ευδοκιμούν γιατί προσφέρουν κάτι που τα μεγάλα καταστήματα δεν μπορούν: προσωπική σχέση με τον πελάτη, εξειδίκευση σε συγκεκριμένες ανάγκες και άμεση ανταπόκριση στις ιδιαιτερότητες της γειτονιάς. Ο ιδιοκτήτης γνωρίζει τους πελάτες, προσαρμόζει το εμπόρευμα και χτίζει εμπιστοσύνη. Το κόστος είναι χαμηλό και η ευελιξία μεγάλη.
- του Απόστολου Πιστόλα, Αναλυτής εκλογικής συμπεριφοράς
Όταν η αγορά μεγαλώνει, όταν αυξάνονται οι καταναλωτές και οι ανάγκες, εμφανίζονται νέα μικρά μαγαζιά. Κάποια εξειδικεύονται σε νέες τάσεις, άλλα καλύπτουν κενά που άφησαν τα παλιά. Στη συνέχεια, όταν η αγορά φτάσει σε κρίσιμο μέγεθος, μπαίνουν τα σουπερμάρκετ. Διαθέτουν οικονομίες κλίμακας, ισχυρή αναγνωρισιμότητα, ποικιλία προϊόντων και ενδεδειγμένες στρατηγικές. Μπορούν να καλύψουν περισσότερες ανάγκες και να απορροφήσουν ή να εξουδετερώσουν τον ανταγωνισμό. Μετά την έλευση και την καθιέρωση των σουπερμάρκετ σε μια αγορά, τα μικρά μαγαζιά είτε συρρικνώνονται, είτε εξειδικεύονται ακόμα περισσότερο, είτε εξαφανίζονται.
Ακριβώς αυτή η δυναμική παρατηρείται σήμερα στην πολιτική «αγορά» στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Για πολλά χρόνια, ο κύριος όγκος των συντηρητικών ψηφοφόρων καλυπτόταν από τη Νέα Δημοκρατία. Η ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη μετατοπίστηκε προς διαφορετικά ακροατήρια, προκειμένου να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους. Το εάν θεώρησε τους συντηρητικούς ψηφοφόρους δεδομένους ή εάν έπαψαν να τον ενδιαφέρουν είναι δευτερεύον. Το δεδομένο είναι πως η μετατόπιση αυτή άφησε κενό στα δεξιά του κόμματος. Πολίτες δηλαδή που άλλοτε τους κάλυπτε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, πλέον άρχισαν να θεωρούν πως δεν τους καλύπτει. Ταυτόχρονα, οι συνθήκες της τελευταίας δεκαετίας (κρίση αγοραστικής δύναμης, Μεταναστευτικό, ζητήματα εθνικής ταυτότητας, εισαγόμενης εγκληματικότητας και αξιών) έκαναν σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων πιο συντηρητικούς και πιο ευαίσθητους σε ζητήματα πατριωτισμού, ασφάλειας και παραδοσιακών αξιών. Η «δεξιά αγορά» μεγάλωσε.
Σε αυτόν τον διευρυμένο χώρο εμφανίστηκαν και ευδοκίμησαν μικρά «μαγαζιά»: εκτός της Ελληνικής Λύσης που προϋπήρχε, εμφανίστηκαν η Νίκη, η Φωνή Λογικής και άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί. Καθένας από αυτούς εξειδικεύτηκε σε συγκεκριμένα ζητήματα, Μεταναστευτικό, ορθοδοξία, εθνικισμό, αντίσταση στην «παγκοσμιοποίηση», και έχτισε πιστό, αλλά περιορισμένο κοινό. Προσφέρουν σαφή, άμεση και συχνά συναισθηματικά φορτισμένη επικοινωνία, όπως ακριβώς ένα μικρό μαγαζί που ξέρει τι θέλει ο πελάτης της γειτονιάς.
Τώρα που ο χώρος έχει μεγαλώσει αρκετά, έχει φτάσει η ώρα για να εμφανιστεί το «σουπερμάρκετ» της αγοράς. Αυτός δηλαδή που με κάποιο τρόπο θα κυριαρχήσει σε αυτήν. Αυτόν τον ρόλο μπορεί να τον παίξει ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, εάν αποφασίσει να δημιουργήσει κόμμα. Με την εμπειρία, το κύρος, το δίκτυο επαφών και τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ευρύτερο κοινό από τα μικρά κόμματα, διαθέτει τα χαρακτηριστικά του μεγάλου παίκτη. Μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ποικιλία «προϊόντων» (πολιτικές θέσεις) που ακουμπούν τους ψηφοφόρους αυτούς, να αξιοποιήσει θεσμική γνώση, να χτίσει συμμαχίες και να εφαρμόσει στρατηγικές που τα μικρά κόμματα δεν διαθέτουν. Μπορεί να απορροφήσει ή να επισκιάσει τα μικρότερα σχήματα, ακριβώς όπως ένα σουπερμάρκετ απορροφά την πελατεία της γειτονιάς όταν ανοίγει δίπλα.
Η ιστορία των αγορών δείχνει ότι τα μικρά μαγαζιά σπάνια νικούν μακροπρόθεσμα τα σουπερμάρκετ. Στην πολιτική, η εξέλιξη της δεξιάς αγοράς θα εξαρτηθεί από το αν ο Αντώνης Σαμαράς καταφέρει να μετατρέψει το σημερινό κατακερματισμένο τοπίο σε έναν πιο ενοποιημένο και ισχυρό πόλο. Η λογική της αγοράς παραμένει αμείλικτη: όταν η ζήτηση μεγαλώνει, έρχεται ο μεγάλος παίκτης.

